flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

Σκιαδαρέσες: Επιτυχημένες τραγουδοποιοί από χόμπι

Εντάξει λοιπόν, “είμαστε φίλοι” μου λες/ Δεν έχεις πρόβλημα να σ’ αγκαλιάζω όταν κλαις/ Εντάξει λοιπόν, θα ’μαστε φίλοι αν θες/ Και τι πειράζει που ήρθα στο σπίτι σου χθες». Μέσα στην καραντίνα, ένα μουσικό διαμαντάκι έσκασε στο κανάλι του μουσικού Στάμου Σέμση στο YouTube. Σε ένα μικροσκοπικό στούντιο σαν σαλόνι, μια κιθάρα με απλές συγχορδίες συνοδεύει δύο φωνές που ερμηνεύουν στίχους ειλικρινείς, ευθείς, χαριτωμένους και πικρά αληθινούς, όπως αυτοί παραπάνω, στο Τραγούδι του Βαγγέλη, που αναφέρεται στη χειρότερη θέση στην οποία μπορεί να βρεθεί κάποιος αν τρέφει συναισθήματα για κάποιον άλλον: το friendzone. Στίχοι που κλείνουν το μάτι και δίνουν μια μικρή μπουνιά στον συναισθηματικό κόσμο της Gen Z. Ή και όχι, γιατί οι Σκιαδαρέσες δεν πιστεύουν πολύ στις ταμπέλες που κουβαλάει η λέξη «γενιά».

Το τραγούδι του Άρη, Πικάσο, Το μπλε του καναπέ, Σκουπιδότοπος, Νόχι, Πάμε Ναύπλιο είναι μερικά από τα τραγούδια που έγραψαν μέσα (και μετά) στην καραντίνα οι δίδυμες Νίκη και Όλγα Σκιαδαρέση. Τραγούδια που χωρίς πρόμο ανακάλυψε ο κόσμος στο YouTube και αγάπησε για τη φρεσκάδα και την απλότητα της μουσικής, αλλά και την αφιλτράριστη αποτύπωση της συναισθηματικής αβεβαιότητας μιας γενιάς, Οι ίδιες δεν σκοπεύουν να ηχογραφήσουν κάποιο άλμπουμ, γιατί κάτι τέτοιο θα σκότωνε τη δημιουργικότητά τους. Παρομοίως, δεν έχουν κρύψει το ότι είναι οι κόρες του Γεράσιμου Σκιαδαρέση και της Μπέσυς Μάλφα, αλλά κανείς δεν θα τις συγκρίνει μαζί τους, γιατί φτιάχνουν με κέφι, χιούμορ και κάποιες δόσεις αμηχανίας τη μουσική τους αλήθεια στον ελεύθερο χρόνο τους.

-Πώς πήγε το live;

Νίκη: Περάσαμε πάρα πολύ ωραία, αλλά, εντάξει, στενοχωρηθήκαμε που τελείωσε. Θα ψάξουμε να βρούμε κάποιον άλλο χώρο με ένα σχήμα πιο οργανωμένο, γιατί είχαμε φέρει τις πολυθρόνες και τα χαλιά από το σπίτι μας. Ήταν κάτι σαν μια πρόβα στο σαλόνι μας που την παρακολουθούσε ο κόσμος.

-Πώς και ανεβάσατε τα τραγούδια στο Spotify προτού καν ηχογραφήσετε κάποιο άλμπουμ;

Ν: Κοίτα, δεν έχουμε σκοπό να κυκλοφορήσουμε κάποιο άλμπουμ. Αυτές είναι οι βερσιόν. Απλώς βγάζουμε πάρα πολλά single.

Ο: Δεν κάνουμε δισκογραφία, κάνουμε επιτυχία.

-Αυτό είναι κιόλας που σας αφήνει κάπως πιο ελεύθερες, σωστά;

Ν: Πολύ, γιατί μετά μπαίνεις σε νοοτροπία δουλειάς. Ενώ είχες ηχογραφήσει κάτι και το είχες κάνει με τρελό κέφι εκείνη τη στιγμή, έπειτα έρχεται κάποιος και σου λέει ότι πρέπει να το κάνεις καλά τώρα. Και αρχίζεις να έχεις μια δυσφορία για το ότι πρέπει να το ξαναπιάσεις και να βρεις πώς θα το διορθώσεις.

Ο: Επειδή τα τραγούδια είναι το χόμπι μας, όταν πάει να κινηθεί επαγγελματικά, νιώθουμε πίεση ξαφνικά.

Σκιαδαρέσες: Επιτυχημένες τραγουδοποιοί από χόμπι-1

-Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείτε όταν γράφετε;

Ν: Πότε η μία βρίσκει τη μελωδία, πότε η άλλη λέει «έχω αυτό το κείμενο, έλα να τα συνδέσουμε», πότε ξεκινάμε κάτι από την αρχή και ψάχνουμε κάποιο θέμα.

Ο: Ή γράφει κάτι η Νίκη και έρχομαι και βάζω κάτι δεύτερες.

Ν: Ή βάζει η Όλγα τη συνέχεια του κουπλέ που έχω ξεκινήσει, εκεί που ήταν οι ιδέες μου.

-Τι σας ενθουσιάζει στη διαδικασία της γραφής;

Ο: Εμένα το αγαπημένο μου είναι να βρίσκω παράλληλες μελωδίες και συγχορδίες.

Ν: Εμένα το αγαπημένο μου είναι να έχει πάει επτά το πρωί, που το μυαλό έχει παραδώσει, και να σκέφτεσαι πράγματα που το επόμενο πρωί θεωρείς πως κάποιος άλλος τα έγραψε αντί για σένα. Μπορεί να το παλεύεις όλη μέρα και να μη βγαίνει τίποτα. Και μόλις είσαι κομμάτια, να περνάει από το υποσυνείδητο μια φράση που να λέει: «Έλα, αυτό έψαχνες, θα σε βοηθήσω». Γενικά βοηθάει το άτιμο το υποσυνείδητο.

Και εκεί εμφανίζονται πτυχές από κάποια friendzone εμπειρία που βιώσατε;

Ο: Το γκομενικό είναι κάτι που απασχολεί άτομα ηλικίας 3 μέχρι 83. Εμάς μας απασχολεί να αφορά τον άνθρωπο και να είναι καμουφλαρισμένο με το γκομενικό. Για παράδειγμα, έχω μια ανασφάλεια να πω ότι είμαι άνθρωπος και δεν έχω τα κότσια να το τραγουδήσω. Επομένως, θα γράψω ένα τραγούδι του τύπου «γιατί δεν σου αρέσω, μήπως επειδή με βλέπεις σαν σ***άνθρωπο;».

Ν: Αφού στα γκομενικά νιώθεις τη μεγαλύτερη ανασφάλεια. Αν δεν σε αποδεχτεί κάποιος φίλος, κλάιν, δεν πειράζει. Άμα δεν σε αποδεχτεί στο γκομενικό, διογκώνονται τα συναισθήματα. Γι’ αυτό νομίζω πως είναι και η τέλεια συνθήκη.

 

«Όταν ζορίζομαι, λέω αστεία»

Πάντως, εκδηλώνετε και κάποιο άγχος μέσα σ’ αυτές.

Ο: Είμαστε δύο κινούμενες μπάλες στρες.

Αυτά λειτουργούν κάπως ψυχοθεραπευτικά σε εσάς;

Ν: Όχι.

Ο: Μέχρι ένα σημείο.

Ν: Ναι, αλλά το καταλαβαίνεις μετά.

Ο: Αυτή είναι η βλακεία. Εμείς καταλαβαίνουμε ότι κάτι που γράψαμε λειτούργησε έτσι μετά από καιρό, όχι την ώρα της γραφής.

Ν: Νομίζεις ότι το γράφεις και καλά για κάτι που άκουσες. Νομίζεις ότι βρήκες την τέλεια θεματική, για την οποία δεν ξέρεις πώς ακριβώς μιλάς τόσο τέλεια γι’ αυτήν. Μετά καταλαβαίνεις ότι είναι αυτό που για καιρό ζούσες.

-Και βλέπεις μετά ότι ταυτίζεται και πολύς κόσμος.

Ο: Αν είναι αληθινά τα συναισθήματα που βάζεις στο χαρτί, ακόμα κι αν ψάχνεις τον πιο περιγραφικό τρόπο να πεις ότι «έτσι θα ένιωθα σ’ αυτή τη συνθήκη», οι πιθανότητες είναι ότι πάνω κάτω ο κόσμος θα ταυτιστεί.

-Όση ώρα κουβεντιάζουμε, αρχίζετε να μου δίνετε την εντύπωση πως οι στίχοι γράφτηκαν όπως ακριβώς μιλάτε.

Ο: Ακριβώς. Γράφεις όπως μιλάς. Το αγαπημένο μου είναι μπουνιά στο στομάχι και κλείσιμο ματιού, γιατί έτσι συμβαίνει και στη ζωή. Έχω παρατηρήσει ότι σε χωρισμούς, σε καβγάδες, στο κλάμα καλό είναι να κάνεις ένα τάιμ-άουτ αστειάκι που δεν θέλεις να πάει χαμένο.

-Αυτό μου θυμίζει τον στίχο: «Όταν ζορίζομαι, λέω αστεία/ Συμπεριφέρομαι λίγο γελοία».

Ο: Το χιούμορ είναι η πιο μεγάλη άμυνα. Πολλές φορές, αν χρησιμοποιείται σωστά, είναι και μεγάλη δύναμη. Γιατί μπορείς να πεις πράγματα που σε ενοχλούν με ευγένεια και να τα καταλάβει ο άλλος. Μπορείς να κάνεις ωραίο πέσιμο με χιούμορ. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα.

-Τι εμπεριέχεται όμως στη μαγεία του αμήχανου χιούμορ που χρησιμοποιείτε;

Ο: Προσωπικά, τα δύο τελευταία χρόνια, όταν είμαι αμήχανη, προσπαθώ να το δείχνω για να μην υποβόσκει και γίνεται πιο αμήχανη μια συνθήκη.

Ν: Παρομοίως αγκαλιάζω και εγώ την αμηχανία και τις αμήχανες σιωπές, γιατί πάντα προσπαθούσα να βρω κάτι να πω. Έκανα αγώνα σε οποιαδήποτε συνθήκη να φαίνομαι cool, να μη φαίνεται ότι καταρρέω, αλλά νομίζω ότι είναι πιο σημαντικό το να δείχνεις την αλήθεια σου από το να υποκρίνεστε και οι δύο ότι όλα πηγαίνουν καλά.

 

«Είμαστε ωραία γενιά»

Ως προς τη γενιά μας, τι παρατηρείτε σ’ αυτήν;

Ο: Είναι ωραία γενιά. Βέβαια, δεν ξέρω αν πιστεύω στις γενιές, αλλά νιώθω πως είναι η στιγμή μας. Είμαστε στα πιο παραγωγικά μας χρόνια, δεν έχουμε πολλούς φόβους. Είμαστε στη φάση μας που είμαστε λιγότερο δειλοί.

Ν: Εγώ τη βρίσκω πολύ καλή, γιατί βλέπω ότι μιλάνε πολλά παιδιά, δεν φοβούνται να εκφράσουν τη γνώμη τους, και είναι ωραίο αυτό. Νομίζω όμως πως το πρόβλημα είναι όταν οι μεγαλύτερες γενιές δεν μας υπολογίζουν.

-Και μας αποκαλούν ανεύθυνους;

Ο: Εγώ διαφωνώ. Βλέπω πολλούς νέους καλλιτέχνες που έχουν πάρα πολλά να δώσουν.

Ν: Πολλοί άνθρωποι έχουν βρει τη φωνή τους μέσα από πλατφόρμες στο Internet, αλλά ακόμα και οι μάχες που γίνονται εκεί δεν μπορείς να καταλάβεις αν είναι καλές ή κακές. Σίγουρα όμως έχει φωνή. Πρώτα από όλα, τη μόδα τη φτιάχνουμε εμείς, δεν μας τη φοράνε. Θέλουμε να αγαπήσουμε το σώμα μας; Η μόδα θα ακολουθήσει αναγκαστικά, γιατί η φωνή μας υπάρχει παντού στο Internet. Έχουμε αρκετή δύναμη σε σχέση με παλαιότερους. Αρκεί να φανεί στο μέλλον ότι τη χρησιμοποιήσαμε σωστά.

-Όλγα, τι σε ενοχλεί στη Νίκη;

Ο: Με νευριάζει όταν μου κάνει παρατηρήσεις τη στιγμή που τραγουδάω φάλτσα, αλλά εγώ το κάνω επίτηδες. Με ενοχλεί όταν απορρίπτει εύκολα μια ιδέα μου ή όταν με ξυπνάει για να μου παίξει κάτι που έχει γράψει.

Ν: Εμένα πάντως με ενοχλεί ο εαυτός μου και το writer’s block, δηλαδή όταν λέω: «Πάει, τελείωσε. Δεν θα γράψω ποτέ ξανά», γιατί ό,τι γράψω, θα μοιάζει με τα παλιά. Αυτό σε εκνευρίζει γιατί κάποτε έγραφες πάρα πολύ, αλλά αυτό καταπολεμάται με το να αποδεχθείς ότι βρίσκεσαι σε διαφορετικούς χρόνους.

Ο: Εσύ γράψε ότι και τις δύο μάς εκνευρίζει η Νίκη.

 

«Εμείς και ο Σέμσης»

-Σας εκνευρίζουν οι ταμπέλες στη μουσική σας;

Ο: Όχι, γιατί ο καθένας τα ερμηνεύει διαφορετικά. Εκτός κι αν ο Στάμος μάς πληγώσει με το να μας πει ότι γράφουμε τα ίδια και τα ίδια.

-Τι ρόλο έχει ο Στάμος Σέμσης στη ζωή σας από τότε που τον γνωρίσατε;

Ο: Ο Στάμος είναι κολλητός, ανήκει στο συγκρότημα. Είναι ένας άνθρωπος που εμπιστευόμαστε απόλυτα τη γνώμη του.

Ν: Το κύριο χαρακτηριστικό του, όμως, είναι το φοβερό του ένστικτο. Είναι αυτός που θα μας πει: «Θα κάνεις αυτό, γρήγορα». Και ξέρεις πως, αν το κάνεις εκείνη τη στιγμή, θα δώσει τη σωστή ενέργεια για το αποτέλεσμα που θες.

Ο: Μας βοηθάει πάρα πολύ στο να μη φοβόμαστε να γράψουμε την αλήθεια μας. Όταν πας να την κρύψεις, θα το καταλάβει.

-Σας έχει δώσει κάποια συμβουλή που κρατάτε ακόμα;

Ν: Περιέργως δεν μας είπε ποτέ τίποτα. Πιστεύει ότι, για να εκδηλωθεί το σύνολο των δυνατοτήτων μας, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να το κλειδώσει με ενστάσεις. Δεν τις εξέφρασε ποτέ ή μπορεί και να μην είχε, γιατί αυτό ήταν το αποτέλεσμα. Με τα καλά του και τα κακά του. Ακόμη, επειδή εμείς είμαστε δίδυμες, έχουμε τα ίδια ερεθίσματα. Και όταν έρχεται ένα άλλο μυαλό που έχει άλλα πράγματα να προσφέρει, το πάρε-δώσε είναι πολύ αρμονικό.

-Από πού παίρνετε τις μουσικές επιρροές σας;

Ο: Από παντού. Χάρη στους γονείς μας, ακούσαμε σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς, αλλά η καθεμία άκουγε κάτι διαφορετικό. Όλα αυτά περνάνε υποσυνείδητα, γίνονται ένας αχταρμάς και βγαίνει κάτι.

Ν: Και εμείς όταν γράφουμε μια μελωδία, αναρωτιόμαστε γιατί μας φαίνεται γνώριμη, αλλά δεν ξέρουμε από πού προέρχεται.

Ο: Εκτός από τη φορά που συνειδητοποιήσαμε ότι γράφουμε το Livin’ La Vida Loca.

Ν: Γενικά όμως ψάχνουμε από πού μπορεί να προέρχεται μια μελωδία. To παίζουμε σε διαφορετικά άτομα και τους ρωτάμε μήπως και μας διαφωτίσουν, αλλά νομίζω ότι η επιρροή είναι συνδυασμός πραγμάτων που δεν έχουμε βρει ποτέ. Ο μπαμπάς είναι φανατικός των Beatles, η μαμά, των Queen, ακούγαμε το Lion King στο αμάξι. Όλα αυτά έχουν παίξει ρόλο στο μουσικό γούστο.

-Κλασικά αγαπημένα τραγούδια;

Ο: All-time αγαπημένα είναι το Creep των Radiohead και το Sinnerman της Nina Simone. Tώρα τελευταία ακούω το La Plata της Rosalia και το Getting Away With It του James.

N: Αγαπώ τη Regina Spector, έχω κολλήσει και με τα παλιά του Stromae. Τα καινούργια του δεν τα έχω αγκαλιάσει ακόμα. Αν και στο Spotify έχω ό,τι μπορείς να φανταστείς.

-Όσο για το μέλλον, πώς γράφεται το σενάριο για τις Σκιαδαρέσες;

Ν: Θέλουμε το καλοκαίρι να κάνουμε κάτι σαν περιοδεία, αλλά θέλουμε να γράψουμε και το δικό μας μιούζικαλ, να φτιάξουμε μικρά βιβλιαράκια με CD και δική μας εικονογράφηση. Γενικά, ακόμα και αυτό που κάνουμε είναι πολύ freelancing, γιατί δεν είμαστε μουσικοί. Επομένως, υπάρχει η πεποίθηση –και ας είναι λάθος– ότι μπορούμε να τα κάνουμε όλα και ό,τι πετύχει στο τέλος.

Ο: Ως Σκιαδαρέσες, έχουμε κι άλλα όνειρα. Για παράδειγμα, το να πάμε Eurovision. Όχι απαραίτητα για την Ελλάδα, αλλά για όποια χώρα θέλει να την εκπροσωπήσουμε.

-Το Σαν Μαρίνο, ας πούμε;

Ο: Ωραιότατη χώρα, τι θέση βγαίνει;