Το εκπαιδευτικό σύστημα ζητά υπομονή. Η αγορά εργασίας απαιτεί εξειδικευμένα προσόντα. Οι ιδιοκτήτες κατοικιών ζητούν υψηλότερα ενοίκια. Οι κυβερνήσεις ζητούν θυσίες. Μέσα σε αυτό το πλέγμα πιέσεων, ένα τμήμα της νέας γενιάς στην Ευρώπη αρχίζει να διατυπώνει ένα καίριο ερώτημα: πότε θα έρθει η στιγμή να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής τους; Οι εκτεταμένες διαδηλώσεις και τα έντονα επεισόδια στη Γαλλία, καθώς και οι κινητοποιήσεις στο Βέλγιο, την Ιταλία και την Αλβανία, πηγάζουν από διαφορετικές αφορμές, έχουν διαφορετική έκταση και επιδιώκουν ποικίλους πολιτικούς σκοπούς. Δεν αποτελούν ένα ενιαίο, οργανωμένο ευρωπαϊκό κίνημα. Ωστόσο, αναδεικνύουν μια κοινή δυσαρέσκεια: το κόστος της κοινωνικής ένταξης αυξάνεται, ενώ η επιβράβευση της ατομικής προσπάθειας καθίσταται όλο και πιο αβέβαιη. Η αγανάκτηση πηγάζει από συγκεκριμένα προβλήματα, όπως οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, η εγκατάλειψη των σχολικών υποδομών, η ακρίβεια, οι ανισότητες και η διαφθορά. Η οργή αυτή αποκτά πολιτική βαρύτητα όταν εκλαμβάνεται ως απόδειξη ότι το σύστημα απαιτεί περισσότερα από εκείνους στους οποίους προσφέρει λιγότερα.
Τέσσερις χώρες, διαφορετικές αφορμές
Στη Γαλλία, οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από σχολεία στα εργατικά βόρεια προάστια του Παρισιού, με αιτήματα για πρόσληψη προσωπικού και βελτίωση των εγκαταστάσεων. Στη συνέχεια, το κίνημα επεκτάθηκε σε θέματα κόστους ζωής, κοινωνικών ανισοτήτων και δημόσιων υπηρεσιών. Παρά το γεγονός ότι στη Γαλλία υπάρχει ένα τμήμα του πληθυσμού που δεν έχει ενσωματωθεί πλήρως, η σύμπραξη φοιτητών, συνδικάτων και των «κίτρινων γιλέκων» προσέδωσε στη διαμαρτυρία ευρύτερο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι μαζικές πορείες του Σαββάτου συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια, εμπρησμούς και λεηλασίες.


Στο Βέλγιο, φοιτητικές οργανώσεις διαμαρτύρονται για την άνοδο του κόστους της εκπαίδευσης και για μεταρρυθμίσεις που θεωρούν ότι θα περιορίσουν την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στις Βρυξέλλες, όπου συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες κυρίως νέοι, σημειώθηκαν συγκρούσεις, ενώ κινητοποιήσεις έλαβαν χώρα και στη Λιέγη. Στο Μιλάνο, η πορεία ενάντια στους πολέμους και την ακρίβεια ξεκίνησε ειρηνικά, πριν ομάδες κουκουλοφόρων συγκρουστούν με τις αστυνομικές δυνάμεις και προκαλέσουν υλικές ζημιές. Ο δήμαρχος Τζουζέπε Σάλα χαρακτήρισε τους λόγους της διαμαρτυρίας κατανοητούς, καταδικάζοντας παράλληλα τη βία. Στην Αλβανία, η απογοήτευση για την παιδεία και την απασχόληση συνδέεται με καταγγελίες για διαφθορά και έχει μετατραπεί σε ευθεία αμφισβήτηση του Έντι Ράμα, με αίτημα την παραίτησή του. Η ένταση έχει κλιμακωθεί, ενώ επτά αστυνομικοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και ελέγχονται για κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση της αναλογικότητας.
Γιατί το σχολείο αποτελεί την αφετηρία
Η εκπαίδευση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την κοινωνική ένταση. Για έναν νέο, το σχολείο και το πανεπιστήμιο θεωρούνται η γέφυρα που συνδέει το οικογενειακό περιβάλλον με μια καλύτερη ζωή. Όταν οι συνθήκες υποβαθμίζονται ή η πρόσβαση γίνεται πιο δαπανηρή, το πρόβλημα ξεπερνά την καθημερινή δυσκολία. Τίθεται εν αμφιβόλω η ίδια η πορεία προς την ανεξαρτησία. Η υπόσχεση ήταν σαφής: σπούδασε, απόκτησε γνώσεις, εργάσου και θα μπορέσεις να χτίσεις το μέλλον σου. Η σημερινή αγωνία έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί κάποιος να ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες και παρ’ όλα αυτά να παραμένει εξαρτημένος από το οικογενειακό εισόδημα.

Η ακρίβεια μετριέται με όσα απομένουν στο τέλος
Στη δημόσια συζήτηση για την οικονομία κυριαρχούν συχνά οι μακροοικονομικοί δείκτες: οι αυξήσεις των μισθών, η επιβράδυνση του πληθωρισμού ή η ανάπτυξη του ΑΕΠ. Στην καθημερινότητα, το κριτήριο είναι διαφορετικό: τι απομένει για κατανάλωση αφού καλυφθούν οι βασικές ανάγκες; Η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν επαναφέρει τις τιμές στα προηγούμενα επίπεδα. Επιπλέον, μια αύξηση εισοδήματος δεν προσφέρει αίσθημα προόδου εάν απορροφάται από τη στέγαση, την ενέργεια και τις μετακινήσεις. Το ζήτημα είχε καταγραφεί πριν από τις τρέχουσες κινητοποιήσεις. Στο Ευρωβαρόμετρο Νεολαίας που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, το 40% των ερωτηθέντων ηλικίας 16–30 ετών ανέδειξε τις αυξανόμενες τιμές και το κόστος ζωής ως προτεραιότητα για την ΕΕ. Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν επίσης την έκθεση των νέων στην οικονομική ανασφάλεια: το 2025, το 24,2% των ατόμων ηλικίας 15–29 ετών στην ΕΕ βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 20,9% στο σύνολο του πληθυσμού. Πρόκειται για έναν συγκεκριμένο στατιστικό δείκτη, ο οποίος δεν δηλώνει ότι όλοι αυτοί οι νέοι βιώνουν την ίδια μορφή στέρησης.

Η πόλη προσφέρει ευκαιρίες. Αλλά ποιος μπορεί να μείνει σε αυτήν;
Η στέγαση καθιστά την αντίφαση ιδιαίτερα ορατή. Για να σπουδάσει ή να εργαστεί κάποιος, συχνά χρειάζεται να μετακινηθεί σε ένα αστικό κέντρο. Για να παραμείνει εκεί, απαιτείται εισόδημα που συνήθως προϋποθέτει προχωρημένη επαγγελματική σταδιοδρομία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι, από το 2016, οι τιμές των κατοικιών στην ΕΕ αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα. Το χάσμα διευρύνθηκε σημαντικά κατά την πανδημία και έχει περιοριστεί μόνο εν μέρει, με ισχυρότερες πιέσεις σε πρωτεύουσες και πόλεις υψηλής ζήτησης. Συγκριτική ευρωπαϊκή έκθεση για τη στέγαση των νέων αναφέρει ότι το 2024 περισσότεροι από ένας στους δέκα νέους ηλικίας 20–29 ετών ζούσαν σε νοικοκυριά που διέθεταν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες. Καταγράφει επίσης ανεπαρκή κοινωνική κατοικία και περιορισμένα στοχευμένα μέτρα στήριξης ενοικιαστών σε πολλές χώρες. Η αναλυτική συνέπεια είναι σημαντική: η οικογενειακή περιουσία καθορίζει πόσο εύκολα θα αξιοποιήσει κάποιος μια εκπαιδευτική ή επαγγελματική ευκαιρία. Δύο νέοι με αντίστοιχα προσόντα ξεκινούν από πολύ διαφορετική αφετηρία εάν ο ένας διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι και ο άλλος πρέπει να καλύπτει ενοίκιο από τον πρώτο του μισθό. Έτσι, η συζήτηση για την ακρίβεια μετατρέπεται σε συζήτηση για τη δικαιοσύνη.

«Πληρώνουμε εμείς»: Η πολιτική δύναμη της άνισης θυσίας
Η οικονομική δυσκολία γίνεται πολιτικά εκρηκτική όταν συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι οι θυσίες κατανέμονται άνισα. Το αίσθημα ότι μια προστατευμένη ελίτ απολαμβάνει τα οφέλη, ενώ οι υπόλοιποι επωμίζονται το κόστος, δεν αποτελεί από μόνο του πλήρη οικονομική ανάλυση, αλλά αποτελεί ισχυρή πολιτική εμπειρία για όσους αισθάνονται αποκλεισμένοι. Στην Αλβανία, αυτή η διάσταση εκφράζεται ευθέως μέσα από τις καταγγελίες διαφθοράς. Στη Γαλλία, η σύνδεση της νεολαίας με παλαιότερα κοινωνικά κινήματα δείχνει τη δυνατότητα να συναντηθούν διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας. Η Le Monde περιγράφει το χάσμα ανάμεσα στον Μακρόν και στους νέους, καθώς και την προσπάθεια σύγκλισης μαθητών, φοιτητών και «κίτρινων γιλέκων». Το κοινό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα λείπουν, αλλά εάν οι κανόνες αφήνουν περιθώριο σε κάποιον χωρίς περιουσία, γνωριμίες ή οικογενειακή οικονομική στήριξη να προχωρήσει.
Η κρίση εκπροσώπησης καθιστά την οργή δυσκολότερα διαχειρίσιμη
Υπάρχει και ένα δεύτερο έλλειμμα: η αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει. Η έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ, με στοιχεία του 2023 που παρουσιάζονται στην έκδοση «Government at a Glance 2025», καταγράφει εντυπωσιακή απόσταση. Μεταξύ όσων θεωρούν ότι έχουν λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις, το 69% δηλώνει υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση. Μεταξύ όσων αισθάνονται ότι δεν έχουν φωνή, το ποσοστό πέφτει στο 22%. Τα στοιχεία αφορούν τις συμμετέχουσες χώρες του ΟΟΣΑ και δεν εξηγούν αυτομάτως τις σημερινές διαδηλώσεις. Δείχνουν, ωστόσο, πόσο στενά συνδέεται η εμπιστοσύνη με την εμπειρία πολιτικής συμμετοχής. Όταν οι πολίτες πιστεύουν ότι μια θυσία είναι δίκαιη, προσωρινή και μπορεί να διορθωθεί μέσα από τους θεσμούς, υπάρχει χώρος διαπραγμάτευσης. Όταν τη θεωρούν μόνιμη και προαποφασισμένη, κάθε νέο μέτρο κινδυνεύει να εκληφθεί ως ακόμη μία απόδειξη αποκλεισμού.


Οι φωτιές δεν εξηγούν όλη την πορεία
Η βία απαιτεί αντιμετώπιση και οι καταστροφές έχουν πραγματικά θύματα. Δεν προσφέρουν, όμως, επαρκή εξήγηση για το γιατί κινητοποιούνται τόσο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Η αποκλειστική εστίαση στα επεισόδια μπορεί να εξαφανίσει τα αιτήματα των ειρηνικών διαδηλωτών. Αντίστοιχα, η επίκληση δίκαιων αιτημάτων δεν δικαιολογεί επιθέσεις ή λεηλασίες. Για τις κυβερνήσεις, η δύσκολη αποστολή είναι να κρατήσουν ταυτόχρονα και τις δύο υποχρεώσεις: προστασία της ασφάλειας και ουσιαστική πολιτική απάντηση. Η αποκατάσταση της τάξης δεν αποκαθιστά από μόνη της έναν σχολικό προϋπολογισμό, ούτε μειώνει το ενοίκιο.
Η υπόσχεση που πρέπει να ξαναγίνει πιστευτή
Είναι πρόωρο να μιλήσει κανείς για έναν νέο ευρωπαϊκό Μάη ή για κοινή εξέγερση μιας γενιάς. Η εξέλιξη των κινητοποιήσεων θα εξαρτηθεί από εθνικές αποφάσεις, την αντοχή των συμμαχιών τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν την οργή σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Το προειδοποιητικό μήνυμα, πάντως, είναι ευρύτερο. Η κοινωνική σταθερότητα χρειάζεται μια πιστευτή σχέση ανάμεσα στην προσπάθεια και στην προοπτική. Ένα καλό σχολείο, μια κατοικία που μπορείς να πληρώσεις και μια δουλειά που επιτρέπει ανεξαρτησία αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο αυτή η σχέση γίνεται καθημερινή εμπειρία. Η Ευρώπη θα δυσκολεύεται να ζητά υπομονή από τους νέους της όσο εκείνοι αισθάνονται ότι η ενηλικίωση είναι ένας λογαριασμός που μεγαλώνει. Και μια ζωή που διαρκώς αναβάλλεται.


