Η Cavino Οινοποιία–Ποτοποιία Αιγίου αναδεικνύεται σε απόλυτο πρωταγωνιστή της ελληνικής αγοράς κρασιού, σε έναν κλάδο που, παρά τον έντονα κατακερματισμένο χαρακτήρα του, συγκεντρώνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής του δραστηριότητας σε λίγες ισχυρές επιχειρήσεις. Σε μια αγορά όπου δραστηριοποιούνται περίπου 1.600 οινοποιεία, η Cavino καταλαμβάνει την κορυφή της κατάταξης, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως ηγέτιδας δύναμης του κλάδου.
Η ελληνική αγορά κρασιού χαρακτηρίζεται από τέσσερις βασικές κατηγορίες επιχειρήσεων: τα μεγάλα οινοποιεία, τα μεσαία, τα μικρά –κυρίως οικογενειακά– και τους οινοποιητικούς συνεταιρισμούς. Στην κορυφή αυτής της πυραμίδας βρίσκονται λίγες μονάδες με ετήσια δυναμικότητα άνω των 100 χιλ. εκατόλιτρων, στις οποίες συγκαταλέγεται η Cavino. Οι επιχειρήσεις αυτές διαμορφώνουν τις τάσεις της αγοράς, τροφοδοτώντας το οργανωμένο λιανεμπόριο, τη μαζική εστίαση και τις διεθνείς αγορές.

Πέραν του τζίρου, ιδιαίτερη σημασία έχει και η κερδοφορία της Cavino. Το 2024 τα κέρδη προ φόρων ανήλθαν σε 2,9 εκατ. ευρώ, έναντι περίπου 2 εκατ. ευρώ το 2023, στοιχείο που καταδεικνύει όχι μόνο αύξηση πωλήσεων αλλά και αποτελεσματική διαχείριση κόστους σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων από το ενεργειακό κόστος, τις πρώτες ύλες και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η συνολική εμπορική αξία 42 οινοποιείων με δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ανήλθε το 2024 στα 392,5 εκατ. ευρώ, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 7,2% την περίοδο 2021-2024. Σε αυτό το περιβάλλον, η Cavino όχι μόνο διατηρεί αλλά ενισχύει το αποτύπωμά της, αξιοποιώντας την κλίμακα, τα ισχυρά brands και στρατηγικές εξαγορές, όπως αυτή των Ελληνικών Κελλαρίων Οίνων Κουρτάκη.
Η πορεία της Cavino αποτυπώνει τη μετάβαση της ελληνικής οινοποιίας σε ένα μοντέλο όπου λίγοι ισχυροί «παίκτες» συνυπάρχουν με πλήθος μικρότερων παραγωγών, διαμορφώνοντας έναν κλάδο με έντονες αντιθέσεις αλλά και σαφή σημάδια ωρίμανσης και συγκέντρωσης.



