Τα πλήγματα των Χούθι στο Ριάντ και η στοχοποίηση πολιτικών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων αεροδρομίων, που έχει στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 12 ανθρώπους και έχει προκαλέσει τον τραυματισμό εκατοντάδων, έχουν ως αποτέλεσμα να τίθενται πλέον υπό αμφισβήτηση οι «κόκκινες γραμμές» που μέχρι πρότινος καθόριζαν τα όρια της στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η συνέχιση των επιθέσεων από την φιλοϊρανική οργάνωση αποτελεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο στοίχημα για εκείνη, το οποίο δεν εξυπηρετεί τα ίδια τα συμφέροντά της. Και παρότι γνωρίζουν ότι τα αντίποινα μπορεί να είναι σφοδρά, εξακολουθούν να πλήττουν τη Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο της στρατηγικής της Τεχεράνης για αύξηση της έντασης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με δεδομένη την τάση περαιτέρω κλιμάκωσης, διαμορφώνονται δύο βασικά σενάρια για τη συνέχεια: μια ευρείας κλίμακας περιφερειακή στρατιωτική επιχείρηση εναντίον των Χούθι ή ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, χωρίς σαφή και ξεκάθαρο νικητή.
Πρώτο σενάριο: Ενιαίο περιφερειακό μέτωπο κατά των Χούθι
Απέναντι στην κλιμάκωση των επιθέσεων, η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή διεθνή υποστήριξη, ενισχύοντας παράλληλα τις περιφερειακές και διεθνείς συμμαχίες της.
Στόχος του Ριάντ είναι η συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου που θα μπορεί να αντιμετωπίσει τους Χούθι, οι οποίοι θεωρούνται πλέον απειλή για την ευρύτερη ασφάλεια της Μέσης Ανατολής.
Η σαουδαραβική ηγεσία αναμένεται να στραφεί πρωτίστως προς τις γειτονικές χώρες του Κόλπου, οι οποίες επίσης επηρεάζονται από τις συγκρούσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται η κοινή αντίληψη ότι ο κίνδυνος δεν αφορά αποκλειστικά τη Σαουδική Αραβία, αλλά το σύνολο των κρατών της περιοχής.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι χώρες του Κόλπου, ενδεχομένως με εξαίρεση το Ομάν, εκτιμάται ότι θα υποστηρίξουν το Ριάντ, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Υεμένη.
Ο ρόλος της Τουρκίας και του Πακιστάν – Η συμφωνία της Μέκκας
Σημαντικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη περιφερειακή συμμαχία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν η Τουρκία και το Πακιστάν, οι οποίες έχουν υπογράψει με τη Σαουδική Αραβία αμυντική συμφωνία γνωστή ως «Σύμφωνο της Μέκκας».
Η συμφωνία αναμένεται να επικυρωθεί από το τουρκικό κοινοβούλιο μέσα στις επόμενες ημέρες, ανοίγοντας τον δρόμο για ενδεχόμενη ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων προς υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας.
Την ίδια ώρα, η έμμεση εμπλοκή τόσο της Τουρκίας όσο και του Πακιστάν, μέσω υλικοτεχνικής υποστήριξης και παροχής πληροφοριών, εκτιμάται ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης. στόσο, μια τέτοια εξέλιξη θεωρείται λιγότερο πιθανή πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η εμπλοκή της Ουάσινγκτον σε νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή παραμένει αντιδημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών ψηφοφόρων.
Στόχος η ανακατάληψη των δυτικών ακτών και ενδεχομένως της Σαναά
Η δημιουργία ενός ευρύτερου περιφερειακού συνασπισμού θα μπορούσε να ενισχύσει την αντεπίθεση που έχουν ήδη ξεκινήσει οι δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης.
Μια τέτοια συμμαχία θα μπορούσε να δώσει την απαραίτητη ώθηση για την ανακατάληψη της δυτικής παράκτιας ζώνης της χώρας, συμπεριλαμβανομένων περιοχών πέρα από τα στρατηγικής σημασίας Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ και την Ντουμπάμπ.
Η ανακατάληψη αυτών των εδαφών θα μπορούσε να περιορίσει τις απειλές κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα και να μεταβάλει τις στρατιωτικές ισορροπίες υπέρ της κυβέρνησης.
Παράλληλα, το άνοιγμα νέων μετώπων σε άλλες πόλεις και επαρχίες της Υεμένης θα ανάγκαζε τους Χούθι να διασπείρουν τις δυνάμεις και τους πόρους τους, αυξάνοντας τις πιθανότητες περαιτέρω προέλασης των κυβερνητικών στρατευμάτων.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, ακόμη και η ανακατάληψη της πρωτεύουσας Σαναά θα μπορούσε να καταστεί εφικτός στρατιωτικός στόχος.
Ωστόσο, το βασικό εμπόδιο για την επίτευξή του παραμένουν οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των διαφορετικών παρατάξεων που συμμετέχουν στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση.
Οι αντιπαραθέσεις αυτές επιδεινώνονται, σύμφωνα με την ανάλυση, από αρνητικές εξωτερικές παρεμβάσεις, οι οποίες ενισχύουν τις διαιρέσεις και αποδυναμώνουν την κοινή προσπάθεια αντιμετώπισης των Χούθι.
Πρόσφατα μέτρα της κυβέρνησης, με στόχο την ενοποίηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και τη συγκέντρωση της στρατιωτικής διοίκησης, έχουν ήδη αποφέρει ορατά αποτελέσματα στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Παρόλα αυτά, η επίτευξη του τελικού στόχου της ανακατάληψης της Σαναά προϋποθέτει διαρκή προσπάθεια και προσήλωση στη στρατιωτική στρατηγική.
Το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων με τους Χούθι
Εάν οι κυβερνητικές δυνάμεις καταφέρουν να σημειώσουν σημαντικά εδαφικά κέρδη, οι Χούθι ενδέχεται να αναγκαστούν να προσφέρουν παραχωρήσεις με αντάλλαγμα μια προσωρινή παύση των εχθροπραξιών.
Η οργάνωση έχει ακολουθήσει αντίστοιχη τακτική και στο παρελθόν, ωστόσο, εκφράζεται η εκτίμηση ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα αποσκοπούσε απαραίτητα στην επίτευξη μόνιμης ειρήνης, αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει προσπάθεια εξασφάλισης χρόνου για ανασύνταξη των δυνάμεών της και επανέναρξη των επιχειρήσεων αργότερα.
Δεύτερο σενάριο: Παρατεταμένος πόλεμος φθοράς χωρίς νικητή
Το δεύτερο σενάριο αφορά την παράταση της σύγκρουσης, εάν ο συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία και η κυβέρνηση της Υεμένης δεν καταφέρουν να ξεπεράσουν τις εσωτερικές τους διαφωνίες.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η έλλειψη συντονισμού θα μπορούσε να επιβραδύνει τις επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι, επιτρέποντάς τους να διατηρήσουν τις θέσεις τους και να εντείνουν τις επιθέσεις τους.
Από την πλευρά τους, οι αντάρτες θα μπορούσαν να αυξήσουν την πίεση στη στρατηγικής σημασίας πόλη Ταΐζ, ενώ παράλληλα θα συνέχιζαν τα πλήγματα εναντίον πολιτικών στόχων στη Σαουδική Αραβία. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιέπλεκε περαιτέρω τον πόλεμο, αυξάνοντας τον αριθμό των θυμάτων μεταξύ των αμάχων και προκαλώντας νέους εκτοπισμούς πληθυσμών.
Παράλληλα, η σύγκρουση θα μπορούσε να παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς καμία πλευρά να καταφέρει να εξασφαλίσει τα οφέλη που θα την εξυπηρετούν.
Οι οικονομικές συνέπειες για τη Σαουδική Αραβία και τον Κόλπο
Ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς θα είχε σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τη Σαουδική Αραβία. Το Ριάντ θα αναγκαζόταν να δώσει προτεραιότητα στις αμυντικές δαπάνες, γεγονός που θα δυσχέραινε την υλοποίηση των αναπτυξιακών του στόχων.
Οι αρνητικές συνέπειες θα επεκτείνονταν και στις υπόλοιπες οικονομίες του Κόλπου, δεδομένου του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η Σαουδική Αραβία στην περιοχή.
Επιπλέον, τυχόν στρατιωτικές επιτυχίες των Χούθι θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συνέχιση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να παραμείνουν τα προβλήματα στις ενεργειακές εξαγωγές από την περιοχή.
Η διατήρηση της αστάθειας στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς θα είχε ευρύτερες συνέπειες για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, τις μεταφορές και το διεθνές εμπόριο.
Γιατί το Ιράν θα μπορούσε να βγει κερδισμένο
Σε ένα σενάριο παρατεταμένου πολέμου φθοράς, η Υεμένη θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ένα αδιέξοδο χωρίς νικητές και ηττημένους.
Ωστόσο, το Ιράν θα μπορούσε να είναι ο βασικός ωφελημένος από μια τέτοια εξέλιξη.
Η συνέχιση της σύγκρουσης κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας θα προσέφερε στην Τεχεράνη πολύτιμο χρόνο, επιτρέποντάς της να περιορίσει την πίεση που δέχεται στα δικά της μέτωπα.
Παράλληλα, το Ιράν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τους Χούθι ως διαπραγματευτικό μέσο στις κατά διαστήματα συνομιλίες του με τη διεθνή κοινότητα.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη θα αποκτούσε μεγαλύτερα περιθώρια να αυξήσει τις απαιτήσεις και τους όρους που θέτει στις διαπραγματεύσεις.
Γιατί η πολιορκία της Ταΐζ μπορεί να κρίνει την πορεία του πολέμου
Καθοριστικό για την εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου στην Υεμένη είναι το μέτωπο που έχει ανοίξει στην Ταΐζ.
Τις τελευταίες εβδομάδες, οι Χούθι έχουν περικυκλώσει την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, αποκόπτοντας τον κύριο οδικό άξονα που τη συνδέει με το Άντεν. Ο αποκλεισμός έχει οδηγήσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στην εγκατάλειψη των εστιών τους και επιδεινώνει την ανθρωπιστική κρίση, με ελλείψεις βασικών αγαθών και απότομες αυξήσεις στις τιμές.
Γιατί η Ταΐζ έχει στρατηγική σημασία
Η Ταΐζ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης από τις αρχές του 2015 και θεωρείται προπύργιο της αντίστασης στους Χούθι. Ο πληθυσμός της συγκεκριμένης πόλης υπολογίζεται σε σχεδόν 600.000 κατοίκους, ενώ κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι 80.000 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει την πόλη κατά τις τελευταίες μάχες.
Πρόκειται για το τελευταίο μεγάλο αστικό προπύργιο των δυνάμεων που αντιμάχονται τους Χούθι στα νότια υψίπεδα της Υεμένης. Η ορεινή αυτή περιοχή δεσπόζει τόσο πάνω από το Άντεν, έδρα της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, όσο και πάνω από την παράκτια πεδιάδα γύρω από το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Σε περίπτωση που οι Χούθι καταλάβουν την πόλη, οι κυβερνητικές δυνάμεις θα δυσκολευτούν σημαντικά να συνεχίσουν την αντεπίθεσή τους στην περιοχή του στενού και να κρατήσουν τους αντιπάλους τους σε απόσταση από το Άντεν. Παράλληλα, η απώλεια της Ταΐζ θα συνιστούσε βαρύ συμβολικό πλήγμα για την κυβέρνηση και τις δυνάμεις που πολεμούν με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας.


