Για δεκαετίες στην Ελλάδα, η επιτυχία είχε σχεδόν μία μόνο διαδρομή: πανεπιστήμιο, πτυχίο, γραφείο. Οι οικογένειες μεγάλωσαν παιδιά με τη φράση «να μη γίνεις εργάτης», θεωρώντας πως τα τεχνικά επαγγέλματα ανήκαν σε μια άλλη εποχή, πιο δύσκολη, πιο κουραστική και λιγότερο “καθωσπρέπει”. Σήμερα όμως, η πραγματικότητα έχει αλλάξει τόσο πολύ, που η αγορά εργασίας μοιάζει να έχει γυρίσει ανάποδα.
Υδραυλικοί, ψυκτικοί, ηλεκτρολόγοι, τεχνικοί ανελκυστήρων, φανοποιοί και επαγγελματίες οικοδομικών εργασιών αναζητούνται πλέον με αγωνία. Οι πελάτες περιμένουν εβδομάδες για ένα ραντεβού, ενώ οι αμοιβές σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμα και μισθούς επιστημόνων με πολυετή εμπειρία. Κι όμως, οι νέοι συνεχίζουν να αποφεύγουν αυτούς τους κλάδους. Η αντίφαση είναι εντυπωσιακή. Από τη μία, η αγορά “φωνάζει” ότι χρειάζεται τεχνίτες. Από την άλλη, οι σχολές επαγγελματικής κατάρτισης δυσκολεύονται να γεμίσουν τμήματα, ενώ πολλοί επαγγελματίες βρίσκονται κοντά στη σύνταξη χωρίς να υπάρχει η επόμενη γενιά που θα πάρει τη θέση τους.
Σύμφωνα με την «Καθημερινή» και τη Λίνα Γιαννάρου, η έλλειψη προσωπικού είναι πλέον εμφανής σε όλη τη χώρα. Ιδιοκτήτες συνεργείων και τεχνικών επιχειρήσεων αναφέρουν ότι δυσκολεύονται να βρουν ακόμα και βοηθούς. Σε αρκετές περιπτώσεις, άνθρωποι που εργάζονται στον χώρο δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να προσλάβουν άμεσα προσωπικό, όμως δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη σε περιοχές της περιφέρειας, όπου ο μέσος όρος ηλικίας των τεχνιτών ανεβαίνει διαρκώς.
Οι λόγοι είναι πολλοί. Ένας από αυτούς είναι η κοινωνική νοοτροπία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα τεχνικά επαγγέλματα ως “δεύτερη επιλογή”. Πολλοί γονείς εξακολουθούν να πιέζουν τα παιδιά τους προς πανεπιστημιακές σπουδές, ακόμη κι όταν η αγορά δείχνει ξεκάθαρα ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Το πτυχίο εξακολουθεί να θεωρείται κοινωνικό σύμβολο επιτυχίας, παρά το γεγονός ότι χιλιάδες απόφοιτοι δυσκολεύονται να βρουν εργασία στο αντικείμενό τους. Την ίδια ώρα, ένας καλός υδραυλικός ή ηλεκτρολόγος μπορεί να έχει γεμάτο πρόγραμμα για μήνες και να εξασφαλίζει εισόδημα που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά τα 2.000 ή και 3.000 ευρώ μηνιαίως. Ειδικά σε μεγάλες πόλεις, όπου η ζήτηση για τεχνικές υπηρεσίες είναι διαρκής, τα ποσά που κυκλοφορούν στην αγορά προκαλούν έκπληξη.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι η τεχνική εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει το κύρος που έχει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γερμανία, στην Αυστρία ή στις σκανδιναβικές χώρες, η επαγγελματική κατάρτιση θεωρείται ισότιμη διαδρομή με το πανεπιστήμιο. Οι μαθητές αποκτούν πρακτικές δεξιότητες από νεαρή ηλικία και εισέρχονται γρήγορα στην αγορά εργασίας με καλές προοπτικές. Στην Ελλάδα, αντίθετα, τα επαγγελματικά λύκεια και οι τεχνικές σχολές συχνά αντιμετωπίζονται ως “λύση ανάγκης”.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αρχίζει να πιέζει προς αλλαγή νοοτροπίας. Οι ανάγκες της αγοράς, οι ανακαινίσεις κατοικιών, τα ενεργειακά έργα, η ανάπτυξη των κατασκευών και οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν συνεχώς νέες απαιτήσεις για εξειδικευμένα χέρια. Επαγγέλματα που παλιότερα θεωρούνταν ξεπερασμένα αποκτούν ξανά τεράστια αξία. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αν δεν υπάρξει οργανωμένη στήριξη της τεχνικής εκπαίδευσης, το πρόβλημα θα γίνει ακόμη μεγαλύτερο τα επόμενα χρόνια.


