Επί δεκαετίες, η συζήτηση γύρω από την ενδοοικογενειακή σύγκρουση στην ελληνική κοινωνία διεξαγόταν στη βάση ενός αυστηρά καθορισµένου µοντέλου: ο άνδρας στο ρόλο του θύτη και η γυναίκα στο ρόλο του θύµατος. Ωστόσο, τα δεδοµένα των τελευταίων ετών, οι δικαστικές αποφάσεις και η αύξηση των καταγγελιών ενώπιον των προανακριτικών Αρχών αποκαλύπτουν µια πολύ πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη πραγµατικότητα. Όλο και συχνότερα, οι προανακριτικές εκθέσεις και τα δικόγραφα των Μονοµελών Πρωτοδικείων αποτυπώνουν υποθέσεις όπου άνδρες προσφεύγουν στη ∆ικαιοσύνη, καταγγέλλοντας είτε λεκτική βία από τις γυναίκες είτε µεθοδευµένη αποκοπή από τα τέκνα τους. Το φαινόµενο αυτό αναδεικνύει µια βαθιά κοινωνική µετατόπιση: η επιθετική συµπεριφορά εντός του οικιακού ιστού δεν αποτελεί «αποκλειστικότητα» κανενός φύλου. Σύµφωνα µε νοµικούς κύκλους και ψυχολόγους οικογενειακών σχέσεων, η αύξηση των αναφορών από άνδρες θύµατα δεν υποδηλώνει απαραίτητα µια αιφνίδια έξαρση της γυναικείας παραβατικότητας, αλλά, κυρίως, την άρση ενός πολυετούς ταµπού. Ο φόβος της κοινωνικής διαπόµπευσης, η χλευαστική αντιµετώπιση και το αίσθηµα ντροπής κρατούσαν για χρόνια τους άνδρες µακριά από τις αρµόδιες Αρχές.
Σήµερα, όµως, τα δεδοµένα φαίνεται πως αλλάζουν και πιο εύκολα η αθέατη πλευρά της λεκτικής κατάχρησης, της γονεϊκής αποξένωσης και η ανατροπή των παραδοσιακών στερεοτύπων φύλου µεταφέρεται στις δικαστικές αίθουσες.
Στην Πάτρα, το τελευταίο διάστηµα, µια τέτοια υπόθεση έχει ήδη πάρει το δρόµο της ∆ικαιοσύνης, µε πρωταγωνιστή γνωστό Πατρινό, ο οποίος µήνυσε την πρώην σύζυγό του και µητέρα των παιδιών του, για παραβίαση δικαστικής απόφασης, υποστηρίζοντας πως δεν µπορεί να ασκήσει τα δικαιώµατά του ως πατέρας, γεγονός που έχει ως αποτέλεσµα να επέλθει αποξένωση στα µέλη της οικογένειάς του.
Σύµφωνα µε τα όσα καταγγέλλει ο πατέρας, η κρίση στην οικογένεια ξέσπασε στις αρχές της άνοιξης, όταν η γυναίκα, µε την οποία µοιραζόταν τη ζωή του, έφυγε κρυφά από την οικογενειακή τους εστία, την ώρα που ο ίδιος ήταν σε επαγγελµατικές υποχρεώσεις, παίρνοντας µαζί της τα παιδιά τους. Μάλιστα, την περίοδο εκείνη, κυοφορούσε το µωρό τους, χωρίς να τον έχει ενηµερώσει ή προϊδεάσει για την απόφασή της. Της καταλογίζει, µάλιστα, ότι, φεύγοντας, πήρε µαζί της όχι µόνο τα προσωπικά της είδη, αλλά ακόµα και αντικείµενα αξίας από το σπίτι τους. Ο πρώην σύζυγος υποστηρίζει ότι εκείνη, για να αιτιολογήσει την απόφασή της, επικαλέστηκε «αβάσιµους ισχυρισµούς, περί σχέσης του µε τη γραµµατέα του», µε τον ίδιο να ισχυρίζεται πως αναζητούσε αφορµή να φύγει από τη σχέση, για προσωπικούς της λόγους. Έκτοτε, κατά τους ισχυρισµούς του καταγγέλλοντος, η µητέρα διέκοψε κάθε δίαυλο επικοινωνίας. Ο πατέρας υποστηρίζει ότι η στάση της είναι πλήρως αποξενωτική, εµποδίζοντας τόσο τον ίδιο όσο και τα παιδιά του να διατηρήσουν την οποιαδήποτε ανθρώπινη επαφή, ενώ της καταλογίζει ότι τον εξύβρισε και ότι προσέβαλε τη γενετήσια αξιοπρέπειά του.
«ΕΜΑΘΑ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙ∆ΙΟΥ ΜΟΥ ΜΕ… SMS»
Ιδιαίτερα δραµατική είναι η περιγραφή των γεγονότων που σχετίζονται µε τη γέννηση του µωρού. Ο πατέρας υποστηρίζει ότι, λόγω της µη επικοινωνίας µε την πρώην γυναίκα του, αναγκάστηκε ν’ απευθυνθεί στον θεράποντα γιατρό-µαιευτήρα, για να ενηµερωθεί για την πιθανή ηµεροµηνία γέννησης του παιδιού του. Ο γιατρός αρνήθηκε να δώσει στοιχεία, επικαλούµενος έλλειψη σχετικής εντολής από τη µητέρα. Ο πατέρας φέρεται να διεµήνυσε ότι ήταν αποφασισµένος να προβεί στις νόµιµες ενέργειες, για να µάθει επίσηµα την ηµεροµηνία γέννησης του παιδιού του και την εποµένη έλαβε γραπτό µήνυµα (SMS), από τη µητέρα, µε το οποίο τού γνωστοποιούσε πως ο τοκετός ήταν προγραµµατισµένος συγκεκριµένη ηµεροµηνία και, αν ήθελε, µπορούσε να παραβρεθεί. Ο πατέρας µετέβη στο µαιευτήριο, έχοντας δώρα και λουλούδια. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι συνάντησε εξαιρετικά ψυχρή συµπεριφορά και ότι του ζητήθηκε από την ίδια ν’ αποχωρήσει, για να ξεκουραστεί. Την εποµένη η κατάσταση φάνηκε πρόσκαιρα πιο ήρεµη. Ωστόσο, όπως σηµειώνεται στο κείµενο της µήνυσης, την τρίτη ηµέρα νοσηλείας ο πατέρας πληροφορήθηκε από την κλινική ότι η µητέρα αποχώρησε, µαζί µε το νεογέννητο βρέφος. Ο καταγγέλλων υποστηρίζει στη µήνυσή του ότι η αποχώρηση έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγνώριση του τέκνου από τον ίδιο, χωρίς να κληθεί να συνοδεύσει το µωρό στο σπίτι και χωρίς καν να έχει ενηµερωθεί για την απόφασή της να µεταφέρει το νεογέννητο στην οικία της µητέρας της. Παράλληλα, ο πατέρας καταγγέλλει ότι, λίγο αργότερα, έλαβε γραπτό µήνυµα µε το οποίο η µητέρα τού ζητούσε να καλύψει τα έξοδα της Κλινικής, την ώρα που -όπως ισχυρίζεται- η ίδια του στερεί το δικαίωµα να δει, ν’ αγκαλιάσει και ν’ αναγνωρίσει το νεογέννητο παιδί του. «Ουδέποτε ήρθε σε επικοινωνία µαζί µου, για να ασκήσω τα δικαιώµατά µου ως πατέρας και να οριστεί ο χρόνος επικοινωνίας µε το νεογνό», καταλήγει στη µήνυσή του προς την πρώην σύζυγό του και µητέρα του παιδιού τους. Η υπόθεση έχει πλέον λάβει το δρόµο της ∆ικαιοσύνης, η οποία και θ’ αποφανθεί σχετικά.


