flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

Το τεκμήριο αθωότητας στην ποινική δίκη

Γράφει η Αλεξία – Δονάτη Καυκοπούλου, φοιτήτρια Νομικής,

Με αφορμή τη σωρεία καταγγελιών για ποινικά αδικήματα στον χώρο του θεάτρου, αλλά και όχι μόνο, κρίνω σκόπιμο να εξετάσουμε την έννοια του τεκμηρίου αθωότητας και τη θέση του στην ποινική δίκη, αλλά και με ποιο τρόπο αυτό παραγκωνίζεται καθημερινώς κι αδιαλείπτως από τα Μ.Μ.Ε. Με μια ιστορική αναδρομή, παρατηρούμε ότι το τεκμήριο αθωότητας δεν υπήρχε πάντοτε, αλλά προέκυψε ως λύση σε διλήμματα και προβλήματα της ποινικής δίκης. Συγκεκριμένα, το δίλημμα ήταν το εξής: Εν αμφιβολία, όταν δηλαδή δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ενοχής, ο δικαστής θα καταδικάσει ή θα αθωώσει τον κατηγορούμενο; Και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι δεν έχει ο δικαστής δικαίωμα αρνησιδικίας σε καμία περίπτωση. Άρα, τι είναι προτιμότερο; Να καταδικαστεί ένας αθώος ή να αθωωθεί ένας ένοχος; Ζήτημα δύσκολο και σοβαρό, που δεν μπορούσε να κρίνεται κατά περίπτωση, αλλά μόνο από μια αρχή που διέπει κάθε δίκη.

Παλαιότερα, που ο νομικός πολιτισμός δεν ήταν στη σημερινή του μορφή, επιτρέπονταν τα βασανιστήρια, κάτι που σήμαινε αυτομάτως ότι μέσω αυτών θα καταλήξουμε σε μια απόφαση, αφού ο ένοχος θα εξαναγκαστεί σε ομολογία. Αργότερα, υπήρξε η «ποινή της υπόνοιας», δηλαδή καταδίκη για την μέγιστη υπόνοια, χωρίς να υπάρχουν βέβαιες αποδείξεις. Εν συνεχεία, υπήρχαν προσωρινές απαλλαγές κατηγορουμένων αν τα στοιχεία δεν ήταν επαρκή για καταδικαστική απόφαση, η λεγόμενη αρχή «absolution ab instantia». Όμως, η προσωρινή απαλλαγή δεν ήταν λύση, αφού με αυτόν τον τρόπο δεν είχαμε δεδικασμένο, διαιωνίζονταν καταστάσεις και δεν υπήρχε ασφάλεια δικαίου. Το δίλημμα αυτό επιλύθηκε, όταν για πρώτη φορά, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, κατοχυρώθηκε το τεκμήριο αθωότητας, στο άρθρο 9 της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του πολίτη» ως εξής: «Κάθε άνθρωπος τεκμαίρεται ως αθώος μέχρις ότου κηρυχθεί ένοχος».

Πλέον, το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αλλά και στο άρθρο 14 το ΔΣΑΠΔ, έχοντας αυξημένη τυπική ισχύ και στην δική μας έννομη τάξη. Το εσωτερικό μας δίκαιο το κατοχυρώνει στο άρθρο 72 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το τεκμήριο αθωότητας, από τη θεωρία και την νομολογία, λογίζεται ως ένα δικαίωμα του κατηγορουμένου (μετά την ποινική δίωξη λογίζεται κατηγορούμενος), ασφαλώς και του υπόπτου (πριν τη ποινική δίωξη είναι ύποπτος). Απορρέει από την αρχή της δίκαιης δίκης και έχει μια πολύ σημαντική λειτουργία, καθώς περιορίζει αυθαιρεσίες και προστατεύει τον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο από τυχόν καταδικαστικές  αποφάσεις δίχως αποδείξεις ενοχής και μη αιτιολογημένες. Μάλιστα, συνάδει πλήρως με το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης που έχει ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος, αλλά και με το γεγονός ότι στην ποινική δίκη δεν έχουμε το λεγόμενο «βάρος απόδειξης» όπως έχουμε στην πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει το «βάρος» να αποδείξει ότι είναι αθώος, αλλιώς θεωρείται ένοχος, αλλά το ίδιο το ποινικό δικαστήριο μέσα από τα όργανά του, τον εισαγγελέα που είναι η κατηγορούσα αρχή, τον ανακριτή, αλλά και την αποδεικτική διαδικασία θα πρέπει να ερευνήσει αν υπάρχει ή όχι ενοχή.

Το τεκμήριο αθωότητας, συμπορεύεται με την αρχή «in dubio pro reο», αλλά εσφαλμένα συγχέεται με αυτήν. Η αρχή in dubio pro reo σημαίνει «εν αμφιβολία υπερ του κατηγορουμένου». Η αρχή in dubio pro reo αναφέρεται συγκεκριμένα στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, δηλαδή στη στιγμή της οριστικής κρίσης της εκάστοτε υπόθεσης. Εν αντιθέσει, το τεκμήριο αθωότητας είναι ευρύτερο, δηλαδή αφορά τόσο τη προδικασία, όσο και την ακροαματική διαδικασία. Μάλιστα, υπάρχει και στο στάδιο των ενδίκων μέσων. Κατά την κρατούσα άποψη, υπάρχει μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη. Υποστηρίζονται βέβαια, και απόψεις που θεωρούν ότι το τεκμήριο αθωότητας υπάρχει μέχρι την οριστική απόφαση ή σε κάποιο άλλο στάδιο.

Επανερχόμενοι, λοιπόν, στο τεκμήριο αθωότητας, εγείρεται η απορία: ποιους δεσμεύει αυτό; Σίγουρα, δεσμεύει τους παράγοντες της ποινικής δίκης, δηλαδή τους εισαγγελείς, τους ανακριτές, τους δικαστές αλλά και κάθε εμπλεκόμενο στην δίκη, τους προανακριτικούς υπαλλήλους, τους συνηγόρους. Δεσμεύει το δικαστήριο υπό την έννοια ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση αληθείας, αλλά έχει δικαίωμα σιωπής ή ακόμη και άρνησης της κατηγορίας. Αν εν τέλει, είναι ανεπαρκές το αποδεικτικό υλικό, τότε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταδικαστεί. Θεωρείται αθώος, μέχρι να αποδειχθεί επομένως το αντίθετο και σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται ένοχος και πρέπει ο ίδιος να αποδείξει την αθωότητά του, διότι δεν υπάρχει «τεκμήριο ενοχής» στην ποινική δίκη. Μάλιστα, σε εφαρμογή της οδηγίας 343/2016 της Ευρωπαϊκής Ένωσης ψηφίστηκε ο νόμος 4569/2019, ο οποίος στο άρθρο 9 προβλέπει ότι «ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης… προς αποκατάσταση βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν από την έκδοση της απόφασης σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση της υπόθεσης». Η ρύθμιση αυτή είναι πολύ σημαντική, καθώς ουκ ολίγες φορές η Ελλάδα έχει καταδικαστεί για παραβάσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παραδείγματος  χάριν, στην υπόθεση του ακαδημαϊκού κ. Κώνστας κατά Ελλάδος.

Δεσμεύει όμως, μόνο αυτούς;  Ή μήπως και τα Μ.Μ.Ε και τους  ιδιώτες; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι δεσμεύει, ενώ άλλοι όχι. Η κρατούσα άποψη, με την οποία συντάσσομαι και εγώ, θεωρεί ότι το τεκμήριο αθωότητας έχει τριτενέργεια, δηλαδή δεσμεύει και τα Μ.Μ.Ε και τους ιδιώτες. Και πράγματι, αν κάνουμε μια τελεολογική ερμηνεία, αν δηλαδή, αναχθούμε στη βούληση του νομοθέτη, καταλήγουμε στην πλήρη δεσμευτικότητα. Διότι αφενός, ο νομοθέτης με αυτό το τεκμήριο θέλησε να προστατέψει την ανθρώπινη αξία του κατηγορουμένου, αφετέρου θέλησε να υπάρχει ασφάλεια απονομής της δικαιοσύνης. Δεν είναι ορθό να στήνονται λαϊκά δικαστήρια και δεν συνάδουν με έναν τόσο ανεπτυγμένο νομικό πολιτισμό. Η ποινική δίκη, έχει αρκετά στάδια και ειδήμονες λειτουργούς, τους οποίους η πολιτεία όρισε να απονέμουν το δίκαιο. Άρα, η ίδια η δίκη δεν θα είχε νόημα, αν εναπόκειται στον κάθε άνθρωπο να σχηματίσει ενοχή ή μη για τον άλλον.

Τις τελευταίες ημέρες, παρατηρώ συχνά ότι απόρροια των καταγγελιών είναι η δημιουργία «τηλεδικών», αλλά και η χρήση βαρύγδουπων εκφράσεων από τον Τύπο, όπως ο «δράστης», ο «ένοχος». Όπως συνάγεται από τα ανωτέρω, αυτές οι εκφράσεις δεν συνάδουν καθόλου με το τεκμήριο αθωότητας και κατ’ ουσίαν, καταπατούν το δικαίωμα αυτό του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, προδικάζοντας και μειώνοντας τη αξιοπρέπειά του. Σαφώς, τα Μ.Μ.Ε έχουν υποχρέωση να ενημερώνουν για τυχόν υποβληθείσες καταγγελίες, εγκλήσεις, μηνύσεις, αναφορές. Όμως, οφείλουν να σέβονται και να μην ξεφεύγουν σε σχολιασμούς της ενοχής ή μη, διότι δεν είναι αρμόδιοι. Μάλιστα, ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας στο άρθρο 2 αναφέρει ρητά ότι οφείλουν να σέβονται το τεκμήριο αθωότητας. Διότι με αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο στιγματίζεται, δίχως καν να γνωρίζουμε αν έχει τελέσει τη πράξη (αφού οι καταγγελίες δεν είναι πάντοτε αληθείς), ενώ από την άλλη η δικαιοσύνη τίθεται εκποδών, λαμβάνει μια υποδεέστερη θέση και σε πολύκροτες κυρίως υποθέσεις, η γενικότερη δημοσιογραφική αναστάτωση, ενδεχομένως να επηρεάζει την αμεροληψία του δικαστή.

Εν κατακλείδι, το τεκμήριο της αθωότητας, έχει κατ’ εμέ, ηθική βάση και πρέπει να προστατεύεται με κάθε τρόπο. Δυστυχώς, στην σημερινή εποχή υπάρχει μεγάλη ανοχή σε αυτό, κάτι που έχει δημιουργήσει ζητήματα δικαιωμάτων, αφού έτσι θίγεται η ανθρώπινη αξία. Και μην λησμονούμε, ότι και ο ύποπτος, αλλά και ο κατηγορούμενος, είναι άνθρωποι που απολαύουν ίσα δικαιώματα με όλους. Άλλωστε, μόνο το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει τα δικαιώματα των ανθρώπων με μέτρα δικονομικού καταναγκασμού πριν την απόφαση, υπό αυστηρές και πάλι προϋποθέσεις. Η ανοχή που επιδεικνύουμε σε ορισμένες καταπατήσεις ήδη, όπως τις φωτογραφήσεις προσώπων που οδηγούνται στις αρχές, παρότι απαγορεύεται με το άρθρο 8 παραγ. 2 του Ν.3090/2002, αποτελεί μεγάλο κίνδυνο. Διότι, οι άνθρωποι δεν πρέπει να δικάζονται δίχως εχέγγυα, από άλλους ανθρώπους, σε ένα θα έλεγα «κυνηγητό» ανθρωποφαγίας. Θεωρώ, μάλιστα, πιο ηθικό να αθωωθεί ένας ένοχος, παρά να καταδικαστεί ένας αθώος, διότι μόνο η τέλεση μιας παράνομης πράξης, σε καταδικάζει εσωτερικά.


Βιβλιογραφία:

Ανδρουλάκης, Ν. “Θεμελιώδεις Έννοιες της Ποινικής Δίκης”. Εκδόσεις: Π.Ν Σάκκουλας, 5η έκδοση (σελίδες 233-246)

Βλαχόπουλος, Σ. “Το τεκμήριο αθωότητας”. Καθημερινή, 26/04/2019. <https://www.kathimerini.gr/society/1021475/sp-vlachopoylos-to-tekmirio-athootitas/>

 

 

ΠΗΓΗ: Atheniantimes.gr