Η καταιγιστική πτώση της Wall Street στη συνεδρίαση της Παρασκευής ξύπνησε μνήμες από το κραχ του Μαρτίου 2020, όταν οι χρηματιστηριακές συνεδριάσεις διακόπτονταν αυτόματα λόγω της πανδημίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε έως και 5,97%, πλησιάζοντας επικίνδυνα το όριο του 7% που ενεργοποιεί τους λεγόμενους «διακόπτες κυκλώματος» (circuit breakers) που οδηγούν σε 15λεπτη παύση όλων των συναλλαγών στο NYSE.
Τελικά παύση συναλλαγών δεν είχαμε, αλλά είχαμε μια δραματική πτώση σε όλους τους δείκτες και σε όλους τους κλάδους που θα καταστήσει δύσκολο στο Οβάλ Γραφείο και δη, κορυφαίους υπουργούς με… περγαμηνές από την χρηματιστηριακή αγορά, όπως τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, να επιμείνουν στο αφήγημα μιας πρόσκαιρης χρηματιστηριακής διόρθωσης που δεν έχει να κάνει με την κυβερνητική πολιτική και ουδόλως βέβαια την επηρεάζει. Χθες βράδυ, ο Ντόναλντ Τραμπ επέμεινε στην ορθότητα των επιλογών του δηλώνοντας βέβαιος ότι οι αγορές και το χρηματιστήριο θα εκτοξευτούν. Σήμερα, τουλάχιστον, απέφυγε μια ανάλογη εμπρηστική ανάρτηση.
Τελικά στο ταμπλό, ο Dow Jones βυθίστηκε κάτω και από το όριο των 39.000 μονάδων, στις 38.314, με τεράστια πτώση 2.231 μονάδων ή -5,50% που είναι η μεγαλύτερη από τον Ιούνιο του 2020. Στα επίπεδα αυτά βρίσκεται περίπου 14% χαμηλότερα από το τελευταίο υψηλό του.
Όσον αφορά τον Nasdaq, ο τεχνολογικός δείκτης έκανε βουτιά ύψους 5,82% πέφτοντας στις 15.587 μονάδες, ανεβάζοντας έτσι τις απώλειες του κοντά στο 22% από το ρεκόρ του, με αποτέλεσμα να εισέλθει έτσι επίσημα σε bear market. Πρόκειται για ένα ρυθμό πτώσης για τον τεχνολογικό δείκτη που συγκρίνεται μόνο με την κατάρρευση του 2020 λόγω της πανδημίας και τη φούσκα των dot-com το 2000.
Συνολικά μέσα σε δυο μόλις μέρες οι αμερικανικές μετοχές έχασαν περίπου 10%. Μόνο οι απώλειες για τον S&P 500 σε επίπεδο αξίας έφτασαν τα 5,2 τρισ. δολάρια.
Ο δείκτης μεταβλητότητας VIX εκτοξεύθηκε έως και τις 44 μονάδες, επίπεδο που παραπέμπει σε ιστορικές αναταράξεις, ενώ τα κρατικά ομόλογα συνέχισαν να προσελκύουν κεφάλαια ασφαλείας. Οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων έπεσαν κάτω από το 3,90%, στο χαμηλότερο επίπεδο από πριν τις εκλογές.
Ο δείκτης πιστωτικού κινδύνου εκτοξεύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από την τραπεζική κρίση του Μαρτίου 2023.
Σύμφωνα με στοιχεία των EPFR Global και Bank of America, οι διαχειριστές κεφαλαίων απέσυραν 4,7 δισ. δολάρια από τις αμερικανικές μετοχές την εβδομάδα έως τις 2 Απριλίου, ήτοι η δεύτερη διαδοχική εβδομάδα εκροών.
Το sell-off ήταν τόσο μαζικό που οι μετοχές που έκλεισαν με άνοδο ήταν ελάχιστες, όλες κι όλες λιγότερες από 20 παρέμειναν σε θετικό έδαφος.
Αντιθέτως, και οι έντεκα επιμέρους κλάδοι του S&P 500 κατέγραψαν απώλειες, με την ενέργεια και τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες να ηγούνται της πτώσης. Τις μεγαλύτερες πιέσεις στον δείκτη άσκησαν οι τεχνολογικοί γίγαντες, ανάμεσά τους η Nvidia Corp., η Apple Inc., η Tesla Inc. και η Berkshire Hathaway Inc.
Σημαντικές ήταν επίσης οι απώλειες για εταιρείες ενέργειας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, όπως η Apollo Global Management (−11%) και η MetLife (−9,7%), ενώ διευρυμένη ήταν η πτώση για τις κινεζικές εταιρείες που είναι εισηγμένες στο αμερικανικό χρηματιστήριο, όπως οι Alibaba και Baidu.
Το Philadelphia Semiconductor Index σημείωσε νέα πτώση 6,9%, έπειτα από την πτώση 9,9% της Πέμπτης. Οι Micron Technology και Marvell Technology υποχώρησαν κατά 13% και πάνω από 11% αντίστοιχα.
Το κλίμα στην αγορά ήταν βαρύ ήδη από χθες, μετά τον καταιγισμό των δασμών Τραμπ. Όμως, οι επενδυτές δεν μπόρεσαν να βρουν σωσίβιο για να μείνουν στην επιφάνεια, καθώς η σημερινή ημέρα επεφύλασσε δύο ακόμη πλήγματα.
Η Κίνα με το «καλημέρα» απάντησε στους δασμούς Τραμπ με σαρωτικούς δασμούς 34% σε όλα τα αμερικανικά προϊόντα που ουσιαστικά οδηγεί και επίσημα σε εμπορικό πόλεμο τις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις. Και βέβαια έπεται και συνέχεια δεδομένου πως από την ερχόμενη εβδομάδα θα έχουμε την απάντηση της ΕΕ, που σύμφωνα με πληροφορίες θα στοχεύσει – μεταξύ άλλων – στον κλάδο των υπηρεσιών και τις πανίσχυρες αμερικανικές Big Tech.
Το δεύτερο ήρθε διά στόματος Τζερόμ Πάουελ, από τον οποίο η αγορά ήλπιζε σε κάποιο σήμα στήριξης προκειμένου να έχει να… πιαστεί. Τελικά ο πρόεδρος της Fed όχι μόνο δεν βοήθησε, αλλά έκανε τα πράγματα χειρότερα επιταχύνοντας και το sell-off στην αγορά.
Μιλώντας στο συνέδριο SABEW στο Άρλινγκτον, ο Τζερόμ Πάουελ δήλωσε ότι ο οικονομικός αντίκτυπος των δασμών Τραμπ θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερο από τον αναμενόμενο πλήττοντας αρνητικά και τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη.
«Η υποχρέωσή μας είναι να διατηρήσουμε τις μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες σταθερές και να διασφαλίσουμε ότι μια εφάπαξ αύξηση στο γενικό επίπεδο τιμών δεν θα μετατραπεί σε διαρκές πληθωριστικό φαινόμενο», προειδοποίησε με την αναφορά του σε πληθωριστικό σοκ να φέρνει νέους τριγμούς στην αγορά που ανησύχησε, όχι μόνο για παρατεταμένη στάση αναμονής από τη Fed, αλλά ίσως ακόμη και αντιστροφή της πολιτικής.
Νωρίτερα, ο Τραμπ είχε ζητήσει δημόσια από τον Πάουελ να προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων, υποστηρίζοντας ότι η οικονομία είναι ισχυρή και «οι τιμές μειώνονται». Μάλιστα, είχε εξαπολύσει και προσωπική επίθεση εναντίον του απαιτώντας από τον πρόεδρο της Fed να σταματήσει τα πολιτικά παιχνίδια. Όμως, για μια ακόμη φορά ο Τζερόμ Πάουελ τον αγνόησε.
«Η αγορά αιμορραγεί και είναι σαφές ότι έρχεται περισσότερος… πόνος, καθώς αυτός ο εμπορικός πόλεμος ενδέχεται να ωθήσει τις ΗΠΑ σε ύφεση», σχολίασε ο Λούκα Παολίνι, της Pictet Asset Management. «Δεν προκαλεί έκπληξη που η Κίνα αντεπιτίθεται, αλλά η ζημιά έχει ήδη γίνει, εκτός αν ο Τραμπ υποχωρήσει», πρόσθεσε κάτι που φαίνεται απίθανο.
Παρόμοια άποψη εξέφρασε και ο Scott Ladner, CIO της Horizon Investments, αναφερόμενος και στη θετική έκθεση για την απασχόληση που δημοσιεύτηκε νωρίτερα. «Μια καλή έκθεση για τις θέσεις εργασίας δεν αρκεί για να διασκεδάσει τους φόβους ύφεσης, είναι οπισθοβαρές, ενώ η ζημιά από τους δασμούς είναι προ των πυλών».
Η βουτιά της αγοράς οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό στόχων ακόμα και από τους πιο αισιόδοξους αναλυτές. Ο Τζον Στόλτζφους της Oppenheimer, γνωστός «ταύρος» της Wall Street ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει τον στόχο των 7.100 μονάδων για τον S&P 500, ενώ η Λόρι Καλβασίνα της RBC Capital Markets μείωσε τον δικό της στόχο στις 5.550 μονάδες, από 6.200, λόγω της χειρότερης πρόβλεψης για κέρδη και ανάπτυξη.
