flamis.gr

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ: Είμαι πολύ απογοητευμένος από τη σημερινή Ευρώπη

Η «Arbeit an Europa» είναι μια ομάδα νέων Ευρωπαίων στοχαστών που συστάθηκε το 2016, στον απόηχο του δημοψηφίσματος για το Brexit, με στόχο να διερευνήσει ενεργά το σημερινό περιεχόμενο της έννοιας της Ευρώπης.

Ενας από τους πρωταρχικούς στόχους που έθεσαν τα μέλη της πρωτοβουλίας ήταν η δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Αρχείου Φωνών», στο οποίο θα συγκεντρώνονταν φωνές έμπειρων και αναγνωρίσιμων Ευρωπαίων πολιτών γεννημένων πριν από το 1940. Η ιδέα ήταν να δοθεί ένα βήμα σε ανθρώπους από τον χώρο της τέχνης, των γραμμάτων και των επιστημών που υπήρξαν μάρτυρες και/ή ενεπλάκησαν άμεσα στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού τοπίου όπως το γνωρίζουμε σήμερα, προκειμένου να μιλήσουν ελεύθερα για τη ζωή, τη σταδιοδρομία και τις αναμνήσεις τους. Απώτερος στόχος, η σκιαγράφηση ενός περιγράμματος που θα απεικονίζει επαρκώς αντιπροσωπευτικά το ευρωπαϊκό πνεύμα των καιρών.

Εργαζόμενοι προς αυτή την κατεύθυνση, είκοσι πέντε νέοι δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ακαδημαϊκοί, ερευνητές και καλλιτέχνες από όλες τις γωνιές της Ευρώπης επέλεξαν, μέσα στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, επιφανείς συμπατριώτες ή συμπατριώτισσές τους και συνομίλησαν μαζί τους στο πλαίσιο εκτενών συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν στα σπίτια ή τα γραφεία όπου ηχούν συνήθως οι φωνές των πρωταγωνιστών του αρχείου.

Το πολύμορφο ψηφιδωτό μαρτυριών που προέκυψε διατίθεται, εδώ και λίγες μέρες, στον ιστότοπο της «Arbeit an Europa» τόσο σε ηχητική όσο και σε γραπτή μορφή (με το σύνολο των συνεντεύξεων μεταφρασμένο στα αγγλικά). Ταυτόχρονα με την ανάρτηση στο διαδίκτυο, το «Ευρωπαϊκό Αρχείο Φωνών» αποτελεί το θέμα μιας σειράς διαδικτυακών συνευρέσεων που διοργανώνουν, αυτή την περίοδο, παραρτήματα του Ινστιτούτου Γκαίτε σε όλη την Ευρώπη.

Από ελληνικής πλευράς, η πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας Νατάσα Σίδερη συζήτησε με τον πολυμεταφρασμένο Ελληνα συγγραφέα και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Βασίλη Βασιλικό· τον άνθρωπο που, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο Ελληνα της γενιάς του, θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο του Ευρωπαίου πολίτη, παρότι, όπως δηλώνει ο ίδιος, η έννοια του Ευρωπαίου δεν κατόρθωσε ποτέ να αποκρυσταλλωθεί στη συνείδησή του. «Απόδειξη ότι, στα περίπου 100 βιβλία που έχω γράψει στα 40 χρόνια που έζησα εκτός Ελλάδος, δεν έχω γράψει για άλλη χώρα».

Παρακάτω παρατίθενται κάποια αποσπάσματα από τη δίωρη συνέντευξη του Βασίλη Βασιλικού που συμπεριλαμβάνεται στο «Αρχείο Φωνών της Ευρώπης».

Πήγα στη Σχολή Βαλαγιάννη και εκεί συνδέθηκα πάρα πολύ με έναν συμμαθητή μου της ίδιας ηλικίας: τον Ινο, ένα εβραιόπουλο. Η Θεσσαλονίκη είχε πάρα πολλούς σεφαραδίτες Εβραίους που είχαν φύγει από την Ισπανία όταν τους έδιωξε η βασίλισσα […] Με τον Ινο, λοιπόν, γίναμε κολλητά φιλαράκια. […]

Mια μέρα, ο Ινο μού λέει: «Εμείς θα φύγουμε. Θα πάμε στην Πολωνία, που είναι ο παράδεισος». Δεν το είπε «παράδεισο», αλλά δεν είχε κανένα φόβο. Εμείς δεν ξέραμε τότε τι είναι Εβραίοι, τι είναι Ελληνες, ήμασταν όλοι ελληνάκια. Κι ούτε ξέραμε τι μαγειρευόταν πίσω από τους μεγάλους για αυτή την «εκδρομή», όπως την έπαιρνε και ο Ινο και εγώ. Και κάποια μέρα τον βλέπω με τον κίτρινο σταυρό στο στήθος και του λέω «Τι είναι αυτό;». Και μου λέει «Τίποτα, εμείς ξεχωρίζουμε γιατί θα πάμε στην Πολωνία». Λέω, «θα έρθω και εγώ στον σταθμό», και ανεβαίνω στο κάρο.

Οταν φτάσαμε στον σταθμό, δεν μπήκαμε μέσα για να δω την κατάσταση, που ήτανε τραγική, από έξω εγώ μόνο, και αποχαιρετώ τον Ινο χωρίς τρόμο, ούτε εγώ ούτε εκείνος, και χωρίσαμε. Πίστευε ο Ινο, γιατί έτσι τους είχαν πει, ότι θα αλλάξουν τις δραχμές σε σλότι πολωνέζικα και εκεί θα έχουν μια πιο άνετη ζωή από ό,τι στην Ελλάδα. Αυτά ξέραμε, τα παιδάκια, δεν ξέραμε τίποτα άλλο. Και τελειώνει ο πόλεμος το 1944-5 και πάω εγώ σπίτι του, στην Παναγία Χαλκέων, που ήτανε μια εβραϊκή γειτονιά. Και βλέπω τα σπίτια κλειστά. Πάω στο σπίτι του Ινο, κλειστό. Και ακούω για πρώτη φορά ότι δεν θα γυρίσουν. Γιατί δεν θα γυρίσουν; Δεν είχα καταλάβει για το Ολοκαύτωμα. Τότε, δεν ξέρανε κι οι άνθρωποι που ρωτούσα. Ημουν 9 χρονών ή 10 κι οι πληροφορίες ήταν ότι θα έρθουν κάποτε.

Οταν έβγαλα «Το φύλλο», το ’61, υπήρχε ένα περιοδικό που λεγόταν «Επιθεώρηση Τέχνης». Αριστερό. Το μόνο. Και πήγα να δώσω ένα αντίτυπο. Εκεί ήταν […] ο Δημήτριος Δεσποτίδης, ο άνθρωπος που με μύησε στην Αριστερά. Ηξερα για την Αριστερά αλλά αγάπησα αυτό τον άνθρωπο. Εγινε ο ινστρούκτοράς μου. Τότε ήταν που άρχισα να γράφω στον «Ταχυδρόμο». Μου έδινε τα θέματα: «Σκουπιδότοπος, ρακοσυλλέκτες» και πήγαινα και έγραφα ένα κομμάτι. «Μάνες πολιτικών κρατουμένων». «Τα σπίτια με τις τρύπες που έχουν μείνει από τον Εμφύλιο στην Αθήνα» κ.λπ. Οταν σκότωσαν τον Λαμπράκη, μου λέει: από εσένα θέλω να γράψεις το βιβλίο για τον Λαμπράκη.

Νατάσα Σίδερη/ Φωτογραφία Caroline Bjil

Ν.Σ.: Από εκεί ξεκινάει η συγγραφή του Ζ;

Β.Β.: Ξεκινάει η υπόσχεσή μου να το γράψω. Επειδή ήταν 200 μέτρα από το σπίτι μου το σημείο όπου σκοτώθηκε, ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Τι να γράψω; Διάβαζα τις εφημερίδες, διάβαζα τους 3 δημοσιογράφους που έκαναν την έρευνα και μια μέρα μου φέρνει ο Δημήτρης με ένα καμιονάκι 40 κούτες φωτοτυπημένο το ανακριτικό υλικό του Σαρτζετάκη. Πέφτω πάνω με τα μούτρα, τις διαβάζω όλες, πελαγώνω και δεν μπορώ να το γράψω. Κάθε τόσο με ρωτά: «Πώς πάμε;»

[…] Και εκεί που δεν μπορούσα να γράψω το «Ζ» ώς το ’66, κατεβαίνει μια φίλη μου από τη Σιβηρία και μου δίνει το «Εν ψυχρώ» του Καπότε που μόλις είχε κυκλοφορήσει στην Αμερική. Το διαβάζω και όταν το τελειώνω μου έρχεται η πρώτη φράση του Ζ: «Ο στρατηγός κοίταξε την ώρα, την ώρα που ο κύριος ομιλητής της βραδιάς, ο υπουργός Γεωργίας, μιλούσε για τον περονόσπορο». Από εκεί, μέσα σε δύο μήνες είχε γραφτεί ως διά μαγείας. Καμία δυσκολία, τίποτα.
[…]

Ν.Σ.: Γιατί αποφασίσατε να πάρετε το ρίσκο της ανάμιξης με την πολιτική;

Β.Β.: Δύο μήνες πριν από τις εκλογές ήρθε ένας εκπρόσωπος του Τσίπρα και μου το πρότεινε. Χωρίς να κουβεντιάσουμε τίποτα, του λέω «ναι». Γιατί; Γιατί ξαφνικά το πήρα αυτό σαν αναγνώριση του συγγραφικού έργου […] Εγώ πάντα έλεγα: «Τι θέλω να πετύχω; Μια τοιχογραφία του δεύτερου μισού του 20ού αι. στον τόπο μου». Αυτό ήθελα. Δεν με ενδιέφερε αν ήταν καλό βιβλίο ή κακό. Με ενδιέφερε η τοιχογραφία.

Την απόφαση την πήρα εν θερμώ. Μου λέει ο κύριος που καθόταν εκεί, στη θέση σου […]: «Θα το σκεφτείτε και αύριο θα μου απαντήσετε;» Λέω: «Δεν έχω να σκεφτώ τίποτα».

Γιατί; Γιατί εκείνη τη στιγμή, ήμουν πολύ πληγωμένος από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών. […] Βέβαια, το ερμήνευσα μέσα μου. [Το αποτέλεσμα] ήταν μια αντίδραση σε κάτι το οποίο τους είχε πονέσει. Μας είχε πονέσει όλους.

Το δέχτηκα γιατί με απάλλαξε από τη στενοχώρια που είχα για τα πρώτα αποτελέσματα Δεν το δέχτηκα αυτό το αποτέλεσμα, δεν μπορούσε να είναι ανεκτή αυτή η πανηγυρική επιστροφή της Δεξιάς. Και με κομμάτια Ακροδεξιάς μέσα της, σαν τον Βορίδη κ.λπ.
[…]

Νομίζω ότι η πεζογραφία ακολουθεί τον σωστό δρόμο. Τώρα τι θα μείνει δεν με απασχολεί, όπως δεν με απασχολεί και για μένα και τίποτα να μη μείνει. Υπάρχει ένα άνοιγμα προς το κοινωνικό φαινόμενο και στα επιμέρους θέματα του κοινωνικού φαινομένου. Υπάρχουν έργα για τους Εβραίους, για τους Ελληνες αλλού, υπάρχει ένα φάσμα που είναι πολύ θετικό και φυσικά η τρομερή ανάπτυξη της γυναικείας πεζογραφίας. Σήμερα, οι καλύτεροι συγγραφείς είναι 3-4 γυναίκες: η Ρέα Γαλανάκη, η Ιωάννα Καρυστιάνη, η παλαιότερη Μάρω Δούκα, η οποία έχει και ένα παρελθόν, και άλλες 4-5 που είναι τοπ.
[…]

Θεωρώ υπεύθυνο για την κρίση τον τότε πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου που δεν έκανε διαπραγμάτευση. Ολες οι χώρες διαπραγματεύτηκαν. Ακόμα και η Ουγκάντα, όταν πήγε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, διαπραγματεύτηκε. Με ποια βάση; Των φυλών που έχει. Ηξεραν πως η τάδε φυλή δεν θα το δεχτεί αυτό και θα επαναστατήσει. Εδώ [ο Παπανδρέου] έλαβε τηλεφωνήματα από τον Στρος-Καν, διευθύνοντα σύμβουλο του ΔΝΤ τότε, που του έλεγε: «Μην το υπογράψεις. Μην υπογράψεις μνημόνιο μαζί μας γιατί χάθηκες.

Πρώτα κάνε τις κρούσεις σου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, να τους πεις ότι θέλω ορισμένες εγγυήσεις, θέλω ορισμένα πράγματα να μην τα πειράξουν». Και αρκούσαν λίγα πράγματα που θα μπορούσε να έχει ζητήσει. Να μην ασχοληθείτε με δύο πράγματα, όλα τα άλλα είναι διαπραγματεύσιμα. Τη στέγη πάνω από το κεφάλι του Ελληνα και τη σύνταξη. Αυτά δεν είναι διαπραγματεύσιμα. Οι άνθρωποι που έχουν σήμερα μια σύνταξη, έχουν σκοτωθεί μια ζωή στη δουλειά. Και το σπίτι, το όνειρο κάθε Ελληνα. Αυτά τα δύο τα αφήνουμε. Αλλά δεν το έκανε.
[…]

Πάντως, για να σου πω τον βαθύτερο πόνο μου, είμαι πολύ απογοητευμένος από τη σημερινή Ευρώπη. […] Πλέον, έχουμε σχεδόν λησμονήσει ότι η Ευρώπη δημιουργήθηκε και από τους μετανάστες. Ανθρωποι που έχουν φύγει από τις χώρες τους και τους έχει δεχτεί η Ευρώπη στο παρελθόν, εμπλούτισαν την πολιτιστική της δύναμη. Μιλώ για ανθρώπους που ήρθαν από άλλες χώρες, ειδικά στο Παρίσι, που ήταν η μήτρα της απορρόφησης. Αν σκεφτείς, τον Πικάσο, τον Γαβρά και άλλους μεγάλους δημιουργούς τούς δέχτηκε η Γαλλία και τους προσάρτησε. Τώρα, βέβαια, αφού μπήκαμε στη δυναστεία του χρήματος, τελειώσαμε. […]

Εχω καταλάβει ότι το χρήμα είναι πλέον αυθύπαρκτον. Δεν χρειάζεται προϊόντα. Το χρήμα είναι «πλαστικό», με την έννοια ότι υπάρχει χάριν του εαυτού του. Οπως λέγαμε παλιά, «η τέχνη για την τέχνη» που ήταν κάτι υπεροπτικό και κακό για την τέχνη. Τα τελευταία 20 χρόνια ισχύει το «το χρήμα για το χρήμα». Και εκεί σηκώνουμε ψηλά τα χέρια, γιατί με αυτόν τον τρόπο τελειώνει η ύπαρξη του ανθρώπου. Αν το χρήμα είναι ο Θεός, χωρίς βάση, χωρίς εκκλησία δικιά του […] ε, τότε δεν πάμε καλά. Η Ευρώπη, δυστυχώς, βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση.

Comments are closed.