Η τελευταία κραυγή της 11χρονης Βασιλικής µπορεί να µην ακούστηκε από κανέναν στην ερηµική τοποθεσία που την µετέφερε ο θείος της και µετέπειτα βιαστής και δολοφόνος της, τον Ιούνιο του 2024, όµως η ∆ικαιοσύνη την άκουσε. Απέδωσε την ανώτερη των προβλεπόµενων ποινών, επιβάλλοντας στον 39χρονο κατηγορούµενο, οµόφωνα (7-0), δις ισόβια και 13ετή κάθειρξη. Οµόφωνα (7-0) ένοχος για αρπαγή ανηλίκου κάτω των 14 ετών, βιασµό, ανθρωποκτονία µε δόλο σε ήρεµη ψυχική κατάσταση, ισόβια και παράνοµη οπλοφορία και οπλοχρησία.
Ο κατηγορούµενος πήρε τον δρόµο για τη φυλακή, εν µέσω αποδοκιµασιών από τους γονείς της Βασιλικής: «∆ολοφόνε, θα ήθελες το ίδιο για το δικό σου παιδί…». «Ξέρεις πώς είναι να σου σκοτώνουν το παιδί σου, να σου το βασανίζουν και να µην είσαι εκεί για να το βοηθήσεις. Ζω χωρίς το παιδί µου δύο χρόνια τώρα…», ανέφερε η µάνα της Βασιλικής, Ιουλία Σπυροπούλου µετά το πέρας της απόφασης. Η ποινή βέβαια δεν απαλύνει τον πόνο των γονιών της, οι οποίοι έχασαν το σπλάχνο τους µε τόσο βασανιστικό και φρικτό τρόπο. Οι ίδιοι ρωτούσαν απεγνωσµένα τον κατηγορούµενο γιατί σκότωσε το παιδί τους. Απάντηση δεν πήραν από τον κατηγορούµενο, κουµπάρο τους και µακρινό συγγενή τους. Τα όσα, όµως, άκουσαν οι ίδιοι, χθες κατά την ακροαµατική διαδικασία, στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού ∆ικαστηρίου Πατρών, τους προκάλεσαν ακόµα µεγαλύτερο πόνο, σαν να δέχθηκαν εκείνοι τα βάναυσα πλήγµατα που επέφερε στην κορούλα τους. Κανένας ανθρώπινος νους δεν µπορεί να αντέξει τα όσα βίωσε το αγγελούδι τους από τον κατηγορούµενο. Το βίασε και το σκότωσε µε σταυροκατσάβιδο, αφήνοντας τα ίχνη του φονικού όπλου στο κορµάκι του. Πλήγµατα που επέφεραν τον θάνατό του. Και µετά από αυτό, η αγριότητα συνεχίστηκε.
Έσυρε το κορµάκι του σε µια απόσταση 45 µέτρων, για να το κρύψει κάτω από ξερά χόρτα και καλαµιές, ώστε να µην εντοπιστεί. Γύρισε στο σπίτι του ήρεµος και κοιµήθηκε. Την εποµένη ηµέρα παρίστανε στους αστυνοµικούς ότι ήθελε να βοηθήσει στις έρευνες για να βρεθεί το κοριτσάκι. Αναγκάστηκε, τελικά να οµολογήσει ότι την σκότωσε, χωρίς όµως να παραδεχθεί τι είχε προηγηθεί… Η υπόθεση, που είχε συνταράξει τον Ιούνιο του 2024 όχι µόνο την Ηλεία αλλά και ολόκληρο το πανελλήνιο, συγκλόνισε και τα δικαστικά χρονικά της Πάτρας. Οι λεπτοµέρειες για τα όσα διέπραξε ο κατηγορούµενος προκάλεσαν ανατριχίλα και φρίκη!
ΛΥΓΙΣΑΝ ΟΙ ΤΡΑΓΙΚΟΙ ΓΟΝΕΙΣ
Οι γονείς της Βασιλικής, αγκαλιασµένοι και µη µπορώντας να συγκρατήσουν τα δάκρυα και τον πόνο τους, άκουγαν την Εισαγγελέα της Έδρας να περιγράφει τη φρίκη που έζησε η κορούλα τους στα χέρια του… «Ήρθα να δικαιώσω την ψυχή της κόρης µου και να µάθω γιατί τη σκότωσε…», είπε η χαροκαµένη µάνα στην αρχική της κατάθεση στο ∆ικαστήριο, ενώ λίγο αργότερα ακούγοντας τον κατηγορούµενο να οµολογεί τις πράξεις του, ξέσπασε: «Και έπρεπε να µου το σκοτώσεις; Γιατί; Κοίτα µε στα µάτια και πες µου γιατί το έκανες;…». «Για ποιόν λόγο σκότωσε το παιδί µου, αυτό θέλω να µάθω…», είπε, κλαίγοντας στην κατάθεσή του ο πατέρας της 11χρονης, Χρήστος Νικολόπουλος, περιγράφοντας τα γεγονότα της 9ης Ιουνίου του 2024, όταν γύρισε στο σπίτι του και το παιδί του έλειπε.
«∆εν επέστρεψε και ανησυχήσαµε. Πήγαµε αµέσως στην Αστυνοµία», ανέφερε. Μάλιστα, είπε πως ο ίδιος είχε δώσει στον κατηγορούµενο το αυτοκίνητό του για να πηγαίνει τα παιδιά του στο σχολείο. ∆εν φανταζόταν ποτέ πως µε το αυτοκίνητό του θα άρπαζε την κόρη του και θα την σκότωνε µε τόσο βίαιο τρόπο… Η µητέρα της Βασιλικής κατέθεσε στο ∆ικαστήριο πως ο κατηγορούµενος ήταν σε πλήρη ηρεµία και την εποµένη ηµέρα πήγε στο σπίτι για να συµπαρασταθεί στην οικογένεια που αγωνιούσε για το παιδί… Αλλά και η σύζυγος και µητέρα των πέντε παιδιών του κατηγορούµενου, κατέθεσε πως όταν επέστρεψε στο σπίτι τους ήταν ήρεµος και πως κοιµήθηκε.
«∆εν τον είδα ανήσυχο και το πρωί που µε πήγε στο σπίτι της Βασιλικής ήταν µια χαρά», είπε και τόνισε πως «θέλω να µου πει γιατί το έκανε», µη µπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «∆εν πίστευα ότι είχε σκοτώσει το παιδί, φαντάστηκα πως θα το είχε δώσει σε κάποιον ανιψιό του… Μετά από το βίντεο που βρήκαµε και πιέσεις, µού είπε πως είχε χτυπήσει το παιδί και µού υπέδειξε το σηµείο. Ψάχναµε στους αγρούς, και όταν είδαµε κηλίδες αίµατος. βρήκαµε το παιδί σκεπασµένο και διπλωµένο. Είχε σωρηδόν τραύµατα…», κατέθεσε ο αξιωµατικός της Ασφάλειας Πύργου.
Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ
∆εν έχω να πω κάτι. Αποδέχοµαι τις κατηγορίες και ζητώ συγγνώµη για τις πράξεις µου», είπε στην απολογία του που διήρκησε µόλις λίγα λεπτά, ο κατηγορούµενος, ο οποίος ήταν ανέκφραστος και απαθής. Σε ερώτηση του προέδρου ανέφερε πως ήταν η πρώτη φορά που είπε στο κορίτσι να πάνε βόλτα, χωρίς όµως να πει τίποτα περισσότερο. Ότανη Εισαγγελέας τον ρώτησε για ποιόν λόγο τη σκότωσε και µάλιστα, τον προέτρεψε να το πει για να πάρουν την απάντηση που ζητούν οι γονείς της 11χρονης, είπε: «∆εν είχα σκοπό να την σκοτώσω. Το έκανα επειδή φοβήθηκα ότι θα το πει στους γονείς της».
Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ
Στην αγόρευσή του ο δικηγόρος προς υποστήριξη της κατηγορίας, δικηγόρος Πατρών, Κώστας Κρεµµύδας ανέφερε πως «ο κατηγορούµενος είχε ζωώδη κίνητρα και δεν υπάρχει ποινή στο δικαιοδοτικό µας σύστηµα για να του επιβληθεί». Επίσης, τόνισε, πως «σε ένα κράτος δικαίου αυτός ο κατηγορούµενος δεν µπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος γιατί δεν θα νοιώθουµε ασφάλεια αν βγει από τη φυλακή». Η συνήγορος υπεράσπισης (διορισµένη από το ∆ικαστήριο) δικηγόρος Πατρών ∆ήµητρα Πρέντζα εξέφρασε σε προσωπικό επίπεδο τα συλλυπητήριά της για την τραγική απώλεια και ζήτησε µόνο από το ∆ικαστήριο να λάβει υπόψη του την δήλωση µεταµέλειας του κατηγορούµενου, σηµειώνοντας πως ήταν σε επιβαρηµένη ψυχική κατάσταση
ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Η Εισαγγελέας σε µια αγόρευση – καταπέλτη περιέγραψε τα όσα συνέβησαν και επικεντρώθηκε στα αλλεπάλληλα χτυπήµατα που δέχθηκε η 11χρονη µε το στραβοκατσάβιδο που είχε στο όχηµά του ο κατηγορούµενος. «Τέτοιο µένος απέναντι σε ένα ανήλικο κορίτσι. ∆εν το σηκώνει ο νους µας. Ειλικρινά το λέω…», είπε, εστιάζοντας στην ιατροδικαστική έκθεση που περιγράφει αναλυτικά τις κακώσεις που κατάφερε ο 39χρονος στο παιδί. Και πρόσθεσε: «Το έπληξε µε µένος για να φέρει αναντίρρητα τον θάνατο, για να µην υπάρξει καµία υποψία ότι το θύµα θα ζήσει. Του προκάλεσε αλλεπάλληλα χτυπήµατα µε µίσος στον θώρακα, την πλάτη, τη µηριαία χώρα, της κατέστρεψε τον πνεύµονα. Με ηρεµία και αποφασιστικότητα για 20 λεπτά βασάνιζε το κορίτσι, ενώ έκλαιγε και φώναζε. Ως εκεί έφθασε, για να µην φύγει το παιδί και αποκαλύψει τα όσα βίωσε. Το έπληξε µε κατσαβίδι σε όλο της το σώµα, αφήνοντας µέχρι και οπές σε σχήµα σταυρού, ό,τι πιο σκληρό… Και µετά το έσυρε από τα µαλλιά σε µια απόσταση 45 µέτρων, σκέπασε το σώµα του µε ξερά χόρτα, και µετά πήγε στο σπίτι του. Ήρεµος, χωρίς καµία ταραχή και µε ψύχραιµη στάση. Μάλιστα µετά µπόρεσε να κοιµηθεί…!». Σε άλλο σηµείο, τόνισε πως «είχε ενορχηστρώσει το εγκληµατικό του σχέδιο για να πάει βόλτα µε ένα 11χρονο κορίτσι. Το µεσηµέρι της πρότεινε να πάνε µια βόλτα, καταχράστηκε την εµπιστοσύνη που του είχε το παιδί, καθώς πήγαινε στο σπίτι του και τον αποκαλούσε θείο και το παραπλάνησε. Τη βίασε αναντίρρητα και δεν υπάρχει η παραµικρή αµφιβολία ότι είχε ανθρωποκτόνο δόλο. Τέλεσε τις πράξεις του σε ήρεµη ψυχική κατάσταση και µε πλήρη συνείδηση µόνο και µόνο για να µην αποκαλυφθεί η πράξη του βιασµού. Αυτό ήταν το κίνητρο της δολοφονίας», ανέφερε, µεταξύ άλλων. Υπογράµµισε, επίσης, πως ο κατηγορούµενος «έσπασε» στους αστυνοµικούς και οµολόγησε µόνον αυτά που ήθελε, όταν είδε το βίντεο και έτσι αναγκάστηκε να υποδείξει το σηµείο του εγκλήµατος. Παράλληλα, τόνισε πως το φονικό όπλο – το κατσαβίδι δεν βρέθηκε, καθώς ο ίδιος φρόντισε να το πετάξει σε αγροτική περιοχή. Εστίασε στο γεγονός ότι αρχικά δεν οµολόγησε την πράξη του βιασµού, κάτι που το έπραξε µετά τα αποτελέσµατα της πραγµατογνωµοσύνης και εφόσον δεν µπορούσε να το αρνηθεί. Πρότεινε να µην του αναγνωριστεί οποιαδήποτε ελαφρυντική περίσταση και τονισε πως η ∆ικαιοσύνη θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα σκληρή απέναντί του. Κλείνοντας, την αγόρευσή της η Εισαγγελέας αναφέρθηκε στους γονείς και ιδίως προς την µάνα, συγκλονίζοντας µε τα λόγια της: «Καµία ποινή δεν µπορεί να επιστρέψει το παιδί πίσω και να απαλύνει τον πόνο των γονιών. Όµως, σας λέω ότι διαβάζοντας και σκύβοντας πάνω από την δικογραφία, εκείνη την ύστατη στιγµή, το παιδί φώναζε τους γονείς του. Και να γνωρίζει η µικρή ότι η τελευταία της κραυγή ακούστηκε σε εµάς. Αλλά και οι γονείς της το ίδιο, όπως ο κατηγορούµενος που κάποτε µπόρεσε και ξεγλίστρησε από την ∆ικαιοσύνη. Όµως, η ∆ικαιοσύνη λειτουργεί µε νηφιαλότητα και αποφασιστικότητα…».
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΝΩΜΗ




