Ένα τηλεφώνημα, μια ιστορία που δεν αφήνει χρόνο για σκέψη και μια απαίτηση για άμεση αντίδραση. Αυτό είναι το κοινό μοτίβο πίσω από τις τηλεφωνικές απάτες που καταγράφονται στην Αχαΐα, με τους επιτήδειους να αλλάζουν κάθε φορά «ρόλο», αλλά να επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα: χρήματα, τιμαλφή ή πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Οι υποθέσεις που έχουν απασχολήσει τις αστυνομικές αρχές στην Πάτρα, στην Αιγιάλεια και σε άλλες περιοχές του νομού δείχνουν ότι οι δράστες δεν βασίζονται σε ένα μόνο τέχνασμα. Προσαρμόζουν το σενάριό τους στην ηλικία, στην ιδιότητα και στις αντιδράσεις του ανθρώπου που βρίσκεται στην άλλη άκρη της γραμμής.
Άλλοτε εμφανίζονται ως λογιστές και υπόσχονται κάποιο επίδομα. Άλλοτε συστήνονται ως γιατροί και περιγράφουν έναν σοβαρό τραυματισμό συγγενικού προσώπου. Σε αρκετές περιπτώσεις προσθέτουν στην ιστορία έναν υποτιθέμενο αστυνομικό, ώστε να ενισχύσουν την αξιοπιστία και την πίεση προς το θύμα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι πάντοτε η βιασύνη. Ο πολίτης καλείται να ενεργήσει αμέσως, προτού προλάβει να επικοινωνήσει με την οικογένειά του, τον πραγματικό λογιστή του, την τράπεζα ή την Αστυνομία.
Ο «λογιστής» και το υποτιθέμενο επίδομα
Η μέθοδος του δήθεν λογιστή παραμένει μία από τις συχνότερες. Ο δράστης μπορεί να γνωρίζει το όνομα του επαγγελματία που εξυπηρετεί το θύμα ή να χρησιμοποιεί γενικές διατυπώσεις, αφήνοντας τον συνομιλητή του να συμπληρώσει μόνος του τα κενά.
Συνήθως αναφέρει ότι έχει εγκριθεί κάποιο επίδομα, επιστροφή φόρου ή άλλη οικονομική ενίσχυση. Για να «ολοκληρωθεί η διαδικασία», ζητά στοιχεία κάρτας, κωδικούς ηλεκτρονικής τραπεζικής, αριθμό ασφαλείας CVC ή τον κωδικό μιας χρήσης που αποστέλλει η τράπεζα στο κινητό.
Ο «γιατρός» και το τροχαίο συγγενικού προσώπου
Το πιο σκληρό συναισθηματικά σενάριο αρχίζει με την είδηση ότι παιδί, εγγόνι ή άλλο στενό συγγενικό πρόσωπο έχει τραυματιστεί σε τροχαίο.
Ο απατεώνας παρουσιάζεται ως γιατρός και ισχυρίζεται ότι απαιτούνται άμεσα χρήματα για χειρουργείο, ιατρικά υλικά ή κάποια επείγουσα θεραπεία. Σε ορισμένες κλήσεις ακούγεται στο βάθος ένα άτομο να κλαίει ή να φωνάζει «μαμά» και «βοήθεια», ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρόκειται πράγματι για τον συγγενή.
Στόχος είναι να προκληθούν πανικός και σύγχυση. Ο δράστης κρατά το θύμα στη γραμμή, αποτρέπει οποιαδήποτε δεύτερη τηλεφωνική κλήση και δίνει οδηγίες για την παράδοση μετρητών, χρυσών λιρών ή κοσμημάτων σε συνεργό που πλησιάζει το σπίτι.
Το πρόσχημα του τροχαίου μπορεί να αλλάξει μορφή. Αντί για τραυματισμό, οι δράστες ενδέχεται να ισχυριστούν ότι το συγγενικό πρόσωπο προκάλεσε δυστύχημα και κινδυνεύει να συλληφθεί. Τότε ζητούν χρήματα για δήθεν δικηγορικά έξοδα, εγγύηση ή για να «τακτοποιηθεί» η υπόθεση.
Ο ψεύτικος αστυνομικός
Ο ρόλος του αστυνομικού χρησιμοποιείται είτε αυτοτελώς είτε ως μέρος του σεναρίου με το τροχαίο. Ο επιτήδειος εμφανίζεται ως αξιωματικός, μιλά με αυστηρό ύφος και υποστηρίζει ότι το παιδί ή το εγγόνι του θύματος κρατείται μετά από σοβαρό δυστύχημα.
Η παρουσία ενός υποτιθέμενου εκπροσώπου των Αρχών προσδίδει στην ιστορία έναν ψεύτικο χαρακτήρα νομιμότητας. Ωστόσο, η Αστυνομία δεν ζητά ποτέ χρήματα για να αποφευχθεί σύλληψη ή να διευθετηθεί ποινική υπόθεση.
Μια νεότερη εκδοχή της απάτης εμφανίστηκε τον Ιούλιο: πολίτες δέχονται κλήσεις με αυτοματοποιημένο, συνήθως αγγλόφωνο, μήνυμα, το οποίο υποστηρίζει ότι τα στοιχεία της ταυτότητάς τους έχουν εμπλακεί σε παράνομη δραστηριότητα. Στη συνέχεια καλούνται να πατήσουν συγκεκριμένο πλήκτρο για να συνδεθούν με δήθεν εκπρόσωπο της ΕΛ.ΑΣ. Η επίσημη οδηγία είναι σαφής: άμεσος τερματισμός της κλήσης, χωρίς πάτημα πλήκτρου και χωρίς κοινοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου.
Από τους κωδικούς στην κατ’ οίκον παραλαβή
Οι τηλεφωνικές απάτες χωρίζονται πρακτικά σε δύο βασικές κατηγορίες. Στην πρώτη, οι δράστες επιδιώκουν να αποκτήσουν ηλεκτρονική πρόσβαση στα χρήματα του θύματος. Ζητούν αριθμούς καρτών, κωδικούς e-banking, PIN ή κωδικούς επιβεβαίωσης συναλλαγών.
Στη δεύτερη, οργανώνουν φυσική παραλαβή της λείας. Ένας συνεργός μεταβαίνει έξω από το σπίτι ή σε προκαθορισμένο σημείο για να παραλάβει φάκελο, σακούλα ή κουτί με μετρητά και κοσμήματα.
Στην Πάτρα έχουν καταγγελθεί και περιστατικά στα οποία δράστες εμφανίστηκαν ως υπάλληλοι εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας, κάνοντας λόγο για πρόβλημα στην εγκατάσταση ή κίνδυνο πυρκαγιάς.Οι απατεώνες επιχειρούν σε αυτές τις περιπτώσεις να πληροφορηθούν πού υπάρχουν χρήματα και τιμαλφή μέσα στο σπίτι ή να πείσουν τους ενοίκους να τα τοποθετήσουν σε συγκεκριμένο σημείο.
Τα σημάδια που προδίδουν την απάτη
Ανεξάρτητα από τον ρόλο που υποδύεται ο δράστης, τα προειδοποιητικά σημάδια είναι κοινά:
Απαίτηση για άμεση πληρωμή ή παράδοση χρημάτων.
Πίεση να μη διακοπεί η τηλεφωνική επικοινωνία.
Απαγόρευση επικοινωνίας με συγγενείς ή τρίτους.
Αίτημα για PIN, CVC, κωδικούς e-banking ή κωδικό μιας χρήσης.
Οδηγία να παραδοθούν χρήματα ή κοσμήματα σε άγνωστο.
Απειλή για σύλληψη, πρόστιμο ή σοβαρό κίνδυνο αν δεν υπάρξει άμεση συμμόρφωση.
Υπόσχεση επιδόματος ή επιστροφής χρημάτων που δεν έχει προηγουμένως ζητηθεί.
Η ασφαλέστερη αντίδραση είναι να κλείσει αμέσως η γραμμή. Ο πολίτης πρέπει στη συνέχεια να καλέσει ο ίδιος τον συγγενή του, χρησιμοποιώντας τον αριθμό που ήδη γνωρίζει, και όχι κάποιο τηλέφωνο που του έδωσε ο άγνωστος. Το ίδιο ισχύει για τον λογιστή, την τράπεζα ή οποιαδήποτε υπηρεσία επικαλείται ο καλών.
Ακόμη και όταν η απόπειρα δεν ολοκληρωθεί, είναι σημαντικό να ενημερώνεται η Αστυνομία στο «100». Παράλληλα, οι συγγενείς ηλικιωμένων ανθρώπων καλό είναι να συζητούν τακτικά μαζί τους για τα συγκεκριμένα τεχνάσματα και να συμφωνήσουν έναν απλό κανόνα: καμία παράδοση χρημάτων και κανένας τραπεζικός κωδικός έπειτα από τηλεφωνική απαίτηση.
Το τηλεφώνημα μπορεί να ακούγεται πειστικό. Η επείγουσα ανάγκη, όμως, είναι συνήθως το βασικότερο εργαλείο του απατεώνα.



