flamis.gr
Αληθινές ειδήσεις από την Πάτρα με το κύρος έγκριτων δημοσιογράφων. Έκτακτη επικαιρότητα και τα τελευταία νέα από την Πάτρα, την Ελλάδα και όλο τον Κόσμο!

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ π. ΕΥ. ΠΡΙΓΚΙΠΑΚΗ: Θεόδωρος Μπίρμπας (1955-2021) – Ο άνθρωπος, ο δάσκαλος, ο επιστήμων

του Πρωτοπρεσβυτέρου Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη, Δρος Θ. – Δρος Φ. Καθηγητή του Προτύπου Γυμνασίου Πατρών

1. Πέρυσι τέτοια εποχή, γύρω στα τέλη του φθινοπώρου, και ενώ ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος μαζί με την πατρίδα μας στέναζαν από τη σύγχρονη λοιμική πανδημία του κορωνοϊού, η τοπική μας κοινωνία στην Πάτρα συγκλονίστηκε συθέμελα από την αναπάντεχη, εντελώς απροσδόκητη και αιφνίδια αναχώρηση από τον μάταιο τούτο κόσμο, του ακριβού φίλου, του σπουδαίου ανθρώπου και εκλεκτού συναδέλφου Θεόδωρου Μπίρμπα, ο οποίος κοιμήθηκε, προσβεβλημένος από τη φοβερή λαίλαπα, το Σάββατο 27 Νοεμβρίου του 2021. Ο αγαπητός σε όλους μας Θεόδωρος υπήρξε ένας ατόφιος, ακέραιος και σπάνιας ποιότητας άνθρωπος, που συγκεφαλαίωνε και συνδύαζε στο πρόσωπό του αρμονικά τη σεμνότητα και διακριτικότητα του χαρακτήρα, το ακέραιο του ήθους, την προσήνεια και το ευπροσήγορο της συμπεριφοράς, το εύχαρι της όψεως, τη γλυκύτητα και την απροσποίητη απλότητα των τρόπων, τo τάλαντο του δασκάλου, τη μεθοδικότητα και την αρτιότητα του επιστήμονα, τη δικαιοσύνη και το συναδελφικό πνεύμα του ηγέτη της εκπαίδευσης, την ευαισθησία του συζύγου, καθώς και τη στοργικότητα του πατέρα, αρετές και χαρίσματα τα οποία άρδευε, αλλά και επιστέγαζε άριστα η βαθιά του πίστη στο Θεό και η ορθόδοξη εκκλησιαστικού χαρακτήρα απροσποίητη ευσέβεια που τον διέκρινε και τον κοσμούσε, ώστε κατά την εντύπωση πλειάδας συναδέλφων από την αναστροφή μαζί του, επρόκειτο περί ενός «ευγενούς, καλοσυνάτου, ιδιαίτερα αγαπητού» και πάντοτε εσωτερικά χαρούμενου, ειρηνικού και χαμογελαστού ανθρώπου, η είδηση του θανάτου του οποίου έπεσε ως «εν αιθρία κεραυνός» και ως «βόμβα μεγατόνων» στην κοινωνία της αχαϊκής πρωτεύουσας. 2. Ο αείμνηστος «φίλος ἡμῶν » Θεόδωρος είλκε την καταγωγή από την εύανδρο επαρχία των Καλαβρύτων, αλλά γεννήθηκε στην Πάτρα το έτος 1955. Σπούδασε στο Τμήμα Μαθηματικών της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών και κατόπιν διεύρυνε τους επιστημονικούς του ορίζοντες με την φοίτησή του στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών, του οποίου κατέστη πτυχιούχος, αλλά και αναγορεύτηκε διδάκτορας το έτος 2002. Το μεγαλύτερο μέρος των ευρύτερων και των διδακτορικών του σπουδών πραγματοποίησε ενώ είχε διοριστεί ήδη στη Μέση Εκπαίδευση ως μαθηματικός, ενώ, έπειτα από μετάταξη, συνέχισε τη διδακτική του δραστηριότητα ως καθηγητής Πληροφορικής. Εκτός αυτών όμως, διατέλεσε επιπλέον σημαίνον και προβεβλημένο στέλεχος της εκπαίδευσης στη Δυτική Ελλάδα, δεδομένου ότι θήτευσε αρχικά με μεγάλη επιτυχία και καθολική αποδοχή ως Περιφερειακός Διευθυντής Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, αλλά και κατόπιν ως Σχολικός Σύμβουλος του κλάδου Πληροφορικής μέχρι την αφυπηρέτησή του. Κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας, μάλιστα, ευτύχησε να συνδεθεί και να δημιουργήσει την όμορφή του οικογένεια με την εκλεκτή σύζυγο και συνάδελφό του κ. Μάρη (Μαριάνθη) Κοτταδάκη, άνθρωπο σπάνιας σεμνότητας και έμφυτης ευγένειας, καθηγήτρια επίσης και κατόπιν Σχολική Σύμβουλο του κλάδου της Αγγλικής Φιλολογίας, με την οποία απέκτησε δυο γιούς. 3. Ο αξέχαστος σε όλους μας Θεόδωρος, όμως, υπήρξε πρωτίστως πρότυπο ανθρώπου, διακρινόμενος για το σπάνιο ήθος, την καθαρότητα, την ευθύτητα και την εντιμότητά του, καθιστάμενος χωρίς να το επιδιώκει ή να το επιδεικνύει άριστο παιδαγωγικό παράδειγμα προς τους πνευματικούς του συνδαιτυμόνες, διδάσκοντες και διδασκόμενους, προϊσταμένους και υφισταμένους, φίλους και γνωστούς. Από την οικογένεια, αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ανδρώθηκε ενστερνίστηκε και υιοθέτησε τις αιώνιες και πανανθρώπινες πνευματικές αξίες του Ελληνισμού στη διαχρονία του, συμπληρωμένες, ολοκληρωμένες και συνδυασμένες σε ακατάλυτη ενότητα με την Ορθοδοξία ως εκκλησιαστική πίστη και τρόπο ζωής, οικοδομώντας μια λαμπρή και ισορροπημένη προσωπικότητα, αλλά και διαμορφώνοντας έναν χαρακτήρα στιβαρό και αισιόδοξο, βαδίζοντας μιαν «οδόν βίου» αναστάσιμη και χαροποιό, ώστε να βρίσκει στο πρόσωπό του την πλήρη εφαρμογή της η περίφημη ρήση του Μενάνδρου : «ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ», δηλαδή πως είναι πολύ ευχάριστο και χαροποιό το γεγονός όταν ο άνθρωπος είναι πραγματικά άνθρωπος, συμπληρωμένη εμφατικά από την παύλεια περί χαρισμάτων πνευματολογία, πως αυθεντικός, χαριτωμένος και χαρισματικός ως χαρισματούχος άνθρωπος όπως ο Θεόδωρος, είναι ο πλημμυρισμένος από την τελειοποιό αύρα του Πνεύματος, είναι εκείνος που κατάφερε με τη συνδρομή της Χάριτος να οικοδομήσει έτσι τον οίκο της ψυχής του, ώστε η παρουσία του να αναδίδει πάντοτε το άρωμα της αγάπης, της χαράς, της ειρήνης, της υπομονής, της καλοσύνης, της πίστης, της πραότητας και του μέτρου στα πάντα . Και ο «φίλος ἡμῶν», ως άνθρωπος βαθιάς πίστης στον Θεό και ανυστερόβουλης αγάπης προς τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ήταν στολισμένος με όλα τα παραπάνω χρίσματα, γι’ αυτό και υπήρξε φύσει αισιόδοξος και διαρκώς μετρημένα χαμογελαστός, παρακλητικός και ήπιος, μειλίχιος και ειρηνικός, πολύ απλός, καταδεκτικός και προσηνής, αλλά και ταυτόχρονα θεληματικός και αποφασιστικός, ενώ η φυσική του ευγένεια υπήρξε παροιμιώδης και απροσποίητη, όπως και η παιδική του καλοσύνη αδιάκριτη και ανυπόκριτη, ώστε να χαίρει της εκτίμησης και του σεβασμού όλων ανεξαιρέτως των συναδέλφων του, αλλά και να απολαμβάνει της πολλής αγάπης των μαθητών και των μαθητριών του, θεωρούμενος δίκαια «αξιολάτρευτος ως εκπαιδευτικός με γνώσεις, αγάπη και προσφορά στο λειτούργημά του», διακρινόμενος για την παιδαγωγική με μέτρο αληθινή του αγάπη προς τους μαθητές του, ενώ και για τους εκπαιδευτικούς υπήρξε «συνετός, ζεστός, και μειλίχιος συνάδελφος» . 4. Ο «φίλος ἡμῶν» Θεόδωρος, ωστόσο, υπήρξε κυρίως και πάνω απ’ όλα δάσκαλος «καὶ ἔργῳ καὶ λόγῳ» . Αγάπησε βαθιά την εκπαίδευση και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο διδασκαλικό του λειτούργημα, παρόλο που θα μπορούσε με τα προσόντα που κατείχε να ακολουθήσει άλλη, ενδεχομένως πιο αξιοζήλευτη πορεία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παρέμεινε όμως σταθερά και από πεποίθηση για να υπηρετήσει στη δευτεροβάθμια, πιστεύοντας ακράδαντα πως για να σταθεί ο εκπαιδευτικός επάξια στην ιερή έπαλξη της παιδείας και να υπερασπιστεί το μετερίζι του δασκάλου θα πρέπει να διαθέτει λιπαρή και βαθιά γνώση του αντικειμένου του, συνδυασμένη με άρτια παιδαγωγική κατάρτιση, γι’ αυτό και ενθάρρυνε πολύ τους νεότερους κυρίως από τους συναδέλφους του, μεταξύ άλλων και τον γράφοντα , να διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες για να μπορούν να ανταποκρίνονται στις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες του εκπαιδευτικού τους λειτουργήματος, προσφέροντας ο ίδιος, χωρίς να το προβάλλει ή να το επιδεικνύει, το υπόδειγμα της δια βίου μάθησης και κατάρτισης, με την απόκτηση δύο πανεπιστημιακών διπλωμάτων στις θετικές επιστήμες, καθώς και διδακτορικού διπλώματος το έτος 2002 με σύμβουλο και εισηγητή τον καθηγητή Ευθύμιο Χούσο και αντικείμενο τον χρονικό προγραμματισμό των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με χρήση ακέραιου προγραμματισμού. Η διαρκής του αυτή μέριμνα για επιπλέον κατάρτιση, αλλά και η ακατάβλητη φιλοπονία που επέδειξε για την επαγγελματική του εξέλιξη, τού εξασφάλισαν τη δυνατότητα όχι μόνο να γνωρίζει και να κατέχει σε βάθος το αντικείμενό του, αλλά και την ικανότητα να το διδάσκει με υποδειγματικό και αποτελεσματικό τρόπο, θέτοντας ως πρωταρχικό και ταυτόχρονα ύψιστο σκοπό του λειτουργήματός του την προαγωγή και την επίτευξη των κύριων στόχων της εκπαίδευσης. Έτσι, παρόλο που είχε συγκεκριμένο ιδεολογικό προσανατολισμό, τον οποίο μάλιστα υποστήριζε με διακριτική θέρμη, ουδέποτε παρέκλινε από την προοπτική του αντικειμενικά εννοούμενου οφέλους της εκπαίδευσης, παρακάμπτοντας τα στενά όρια του όποιου πολιτικού συμφέροντος, προς όφελος του θεσμού της παιδείας. Και τούτο διότι η αποστολή ή ο λόγος ύπαρξης, άρα και η ευθύνη του δασκάλου, όπως πίστευε μαζί με τον σπουδαίο Παπανούτσο , δεν ήταν μόνον η απλή μετάδοση γνώσεων, αλλά και η ουσιαστική μάθηση των μαθητών και των μαθητριών του, δηλαδή η απόκτηση της δυνατότητας «να εισχωρούν παράμεσα στην ψυχή τους για να πλάσουν, να διαμορφώσουν και να οικοδομήσουν την προσωπικότητά τους», αναπτύσσοντας τον προσωπικό τους τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς σε όλους τους τομείς της ζωής. Αυτός είναι και ο λόγος, άλλωστε, για τον οποίο κατανοούσε το διδασκαλικό του ρόλο κυρίως ως εμψυχωτικό, καθοδηγητικό και υποστηρικτικό στην επίπονη έρευνα για την ανακάλυψη και την εφαρμογή στην πράξη της νέας γνώσης από τους διδασκόμενους, εστιάζοντας την προσπάθειά του στο να μαθαίνει τους μαθητές και τις μαθήτριές του πώς να μαθαίνουν. Στο πλαίσιο αυτό, επίσης, κατανοούσε τον εκπαιδευτικό του ρόλο ως πνευματικού ηγέτη, που με την παιδεία, την άριστη πολιτεία και την όλη δράση του στο σχολείο θα ενέπνεε και θα ασκούσε αβίαστα με την πειθώ του ήθους του έντονη επιρροή στους μαθητές και τις μαθήτριές του, παρωθώντας τους στο να καλλιεργήσουν αυτόβουλα τις φυσικές τους δυνατότητες στον ύψιστο βαθμό, αποκτώντας με τον τρόπο αυτό πολύτιμες και ποικίλες επίκτητες δεξιότητες, ώστε με την ευδοκίμησή τους να συνδράμουν στην οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος στην κοινωνία που θα ζήσουν. Ένεκα τούτου, θεωρούσε επιπλέον, πως ο ρόλος του ως δασκάλου ήταν και παιδαγωγικώς αγαπητικά συμβουλευτικός, δεδομένου ότι οι μαθητές και οι μαθήτριές του χρειάζονταν την εμπειρία και τις ιδέες του για το μέλλον τους, θεωρώντας μάλιστα τον εαυτό του ευτυχή αν κατάφερνε με το έργο του να τους καταστήσει τόσο ώριμους, ώστε να μην τον χρειάζονται πλέον, αφού θα είναι «αυθύπαρκτοι και ανεξάρτητοι ως προσωπικότητες στον τρόπο που μεθοδεύουν τις παρατηρήσεις και τις σκέψεις τους, στον τρόπο που κάνουν τις εκτιμήσεις τους, που καταρτίζουν το πρόγραμμα της δράσης τους, που σημασιολογούν τη ζωή τους, ώστε να μην έχουν πλέον ανάγκη από χειραγώγηση ούτε από τον ίδιο τον δάσκαλο τους». 5. Λίγο μετά την αφυπηρέτησή του, όμως, και ενώ βρισκόταν σε ηλικία μόλις 66 ετών έχασε τη μάχη για τη ζωή προσβεβλημένος σκληρά από την επάρατη λοιμική νόσο του κορωνοϊού, καθώς είχε αρνηθεί από «πεποίθηση», όπως ανέφερε, να εμβολιαστεί, επηρεασμένος δυστυχώς από μη υπεύθυνα και χωρίς διάκριση πρόσωπα. Αφού κατέφυγε ίσως αργά και νοσηλεύτηκε επί τρείς ημέρες περίπου στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Άγιος Ανδρέας», άφησε την τελευταία του πνοή, αναχωρώντας για τον Ουρανό και επιστρέφοντας στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα που πίστευε και αγαπούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ενώ η εξόδιος ακολουθία και η ταφή του πραγματοποιήθηκαν στο κοιμητήριο των Καμινίων. Το κενό που δημιουργήθηκε από την απώλειά του μεγάλο και δυσαναπλήρωτο, καθώς θα μπορούσε με τον πλούσιο επιστημονικό του οπλισμό και τη μεγάλη παιδαγωγική πείρα που διέθετε να προσφέρει ακόμη σε πολλούς τομείς του εκπαιδευτικού έργου. Ωστόσο και παρόλο που έφυγε πρώιμα, κατέλειπε φωτεινό και αψεγάδιαστο παράδειγμα αληθινού ανθρώπου και σπουδαίου δασκάλου, το οποίο θα εμπνέει και θα καθοδηγεί τους συναδέλφους του που ασκούν με προσήλωση και φιλότιμο το λειτούργημα της παιδείας της νεότητας, ενώ για μας που εκτός από συνάδελφοι, υπήρξαμε και φίλοι του θα λειτουργεί παραμυθητικά το βιβλικό λόγιο, απόσταγμα της ένθεης σοφίας του δίκαιου βασιλέα Σολομώντα, σύμφωνα με το οποίο ο δίκαιος άνθρωπος, ακόμη κι αν συμβεί να πεθάνει πρόωρα, όπως ο αείμνηστος «φίλος ἡμῶν» Θεόδωρος, είναι βέβαιο πως θα αναπαυθεί στην αιώνια ευτυχία. Και αυτό διότι το βαθύ και πολυχρόνιο γήρας δεν είναι δείγμα τιμιότητας και δόξας, αλλά ούτε και μετριέται η αξία του ανθρώπου από τον μεγάλο αριθμό των χρόνων που έζησε σε τούτο τον μάταιο κόσμο, αφού δεν είναι επίσης δείγμα τα λευκά μαλλιά για τον πραγματικά ώριμο πνευματικά άνθρωπο, αλλά η φρόνηση και η σύνεση, ενώ και την ωριμότητα της ηλικίας του πιστοποιεί μόνο ο άμεμπτος και ακηλίδωτος βίος. Έτσι και ο αείμνηστος Θεόδωρος, επειδή κατάφερε να διέλθει το στάδιο του παρόντος βίου πορευόμενος με ειρήνη και δικαιοσύνη ευαρέστησε τον Θεό, ο Οποίος τον αγάπησε πολύ και γι’ αυτό τον μετέθεσε αίφνης σε άλλο στάδιο βίου προκειμένου να τον προφυλάξει, αρπάζοντάς τον στην πραγματικότητα μέσα από την παραζάλη του φθαρτού κόσμου των αποδήμων της χάριτός Του, ώστε η κακία να μην αλλάξει τη σύνεσή του, αλλά και η δολιότητα να μην εξαπατήσει και αποπλανήσει την ψυχή του, αφού η δολιότητα της κακίας αμαυρώνει όλα τα αγαθά, ενώ η παραζάλη της άλογης επιθυμίας διαστρέφει τον αθώο και άκακο ανθρώπινο νου. Έτσι και ο δίκαιος άνθρωπος, όπως ο ακριβός και αξέχαστος φίλος μας Θεόδωρος, είναι βέβαιο πως το σύντομο διάστημα του βίου που έζησε με τελειότητα, απλότητα και κρυφό μεγαλείο, ισοδυναμεί με πολυχρόνιο ενάρετο βίο, γι’ αυτό και η ψυχή του έγινε τόσο ευάρεστη στο Θεό, ώστε να επιτρέψει, κατά το άπειρο έλεός Του, την επίσπευση της αναχώρησής του από τον παρόντα πτωτικό κόσμο τέτοιες μέρες τον περσυνό Νοέμβριο . Ας είναι αιωνία η μνήμη του !

Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΜΠΙΡΜΠΑΣ