flamis.gr

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ ΚΟΡΩΝΟΙΟΥ: Η μάχη με τον ιό και την εξάντληση

Δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα επωμιζόταν αυτή την ευθύνη. Ως γιατρός εργασίας στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ο Πρόδρομος Πετρίδης χορηγεί βεβαιώσεις καταλληλότητας σε συναδέλφους του οι οποίες κρίνουν εάν κάποιος θα σταλεί στην πρώτη γραμμή ή θα περάσει για λόγους υγείας στα μετόπισθεν. «Δεν είμαι από σίδερο, έχω χάσει κι εγώ τον ύπνο μου», λέει. «Σκεφτόμουν μήπως έπρεπε να προστατεύσω κάποιον παραπάνω. Αυτά τα διλήμματα δεν τα είχαμε ποτέ».

Λόγω της ειδικότητάς του, κατά τους μήνες της πανδημίας ο κ. Πετρίδης υποδέχεται από τους πρώτους τη φόρτιση των υγειονομικών. Τον καλούν στο κινητό ή τον επισκέπτονται στο γραφείο του. Κάποιοι παραπονιούνται για πονοκεφάλους, άλλοι για αϋπνίες. Επειτα από χρόνια υποστελέχωσης, το προσωπικό στην πλειονότητά του είναι γερασμένο. Ολο και κάποιος θα παίρνει φάρμακα για υπέρταση ή θα έχει παραπανίσια κιλά. «Υπάρχει φόβος ότι θα εκτεθούν στον ιό και θα εκθέσουν την οικογένειά τους. Ορισμένοι ρωτούν πώς γίνεται να μην μπουν στη “φωτιά”, αλλά να προσφέρουν σε οποιοδήποτε άλλο τμήμα. Αυτό το “κάπου αλλού”, όμως, δεν υπάρχει. Η ΩΡΛ έγινε COVID, η οφθαλμολογική έγινε COVID», λέει. «Αλλοι υπερβάλλουν εαυτόν. Εχουν υψηλό αίσθημα ευθύνης και δεν μπορείς να τους “κάψεις”. Τους υπενθυμίζεις ότι έχουν πίεση ή σάκχαρο και λένε ότι δεν θέλουν να βγουν από τη βάρδιά τους. Ανησυχούν για το πώς θα αφήσουν πίσω τον συνάδελφό τους».

Στα περισσότερα νοσοκομεία της χώρας η εργασιακή ισορροπία ήταν εύθραυστη πολύ προτού εμφανιστεί ο νέος κορωνοϊός. Στις νέες, πανδημικές συνθήκες, που περιγράφονται ως «πολεμικές» και «πρωτόγνωρες», καλούνται να προσαρμοστούν και να αποδώσουν άνθρωποι οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό ήταν ήδη εξουθενωμένοι επαγγελματικά.

Σε ανύποπτο χρόνο, το 2015, μία νευρολόγος που παραιτήθηκε από μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας είχε μιλήσει στην «Κ» για το πώς προσπαθούσε να συμβιβαστεί με την υποστελέχωση και τις συχνές εφημερίες. «Αρχικά αυτό το πλαίσιο εργασίας σού δίνει ένα ηρωικό αίσθημα», είχε πει τότε. «Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ξεπερνιέται το όριο θραύσης και το επάγγελμα γίνεται επικίνδυνο για την ψυχική και σωματική σου υγεία». Η ίδια αποκαλούσε το νοσοκομείο στο οποίο εργαζόταν «ανθρακωρυχείο».

«Εχει τύχει να χάσει ειδικευόμενος τις αισθήσεις του στο χειρουργείο λόγω υπερκόπωσης, ενώ βλέπω άλλους να γίνονται πιο απαθείς. Μπορεί να μην χάνουν την ικανότητα διάγνωσης και εκτέλεσης πράξεων, αλλά μιλούν πιο ψυχρά σε συγγενείς ασθενών, χάνουν τη φιλοδοξία τους», είχε πει πριν από πέντε χρόνια στην «Κ» και ο καρδιοχειρουργός στον «Ευαγγελισμό» Παναγιώτης Δεδεηλίας. Ωστόσο, τότε τα νοσοκομεία δεν δούλευαν υπό το βάρος κάποιας πανδημίας.

Σήμερα, τα πάγια κενά στο Εθνικό Σύστημα Υγείας δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την προσπάθεια των υγειονομικών στη μάχη κατά του νέου κορωνοϊού. Πλέον δεν τους απομένει χρόνος για ανάσες. «Το “burn out” οφείλεται στο γεγονός ότι δεν επαρκεί το προσωπικό. Είμαι 40 χρόνια γιατρός και δεν έχω δει ποτέ τόσο πολλούς ασθενείς σε βαριά κατάσταση, σε τόσο σύντομο διάστημα», λέει ο Βασίλης Κώτσης, καθηγητής Παθολογίας και διευθυντής κλινικής COVID-19 στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» της Θεσσαλονίκης. Οπως παρατηρεί ο ίδιος, σε περίπου 100 κρεβάτια ασθενών αντιστοιχούν πέντε ειδικευόμενοι γιατροί. Ενισχύσεις δεν ήρθαν, οι υπερωρίες είναι απαραίτητες. «Τα παιδιά είναι εξουθενωμένα και σκέφτονται πώς θα μπορέσουν να γλιτώσουν από αυτή την κατάσταση. Με το ζόρι τους κρατάμε, παρόλο που είναι άνθρωποι με αίσθηση του καθήκοντος. Από τη μεγάλη κούραση έχουν φτάσει σε σημείο να σκεφτούν την παραίτηση. Λένε ότι μένουν μόνο για να προσφέρουν στον συνάνθρωπο».

Τα κενά

Εκτός από τους παθολόγους, και οι πνευμονολόγοι αποτελούν ειδικότητα αιχμής για την αντιμετώπιση της COVID-19. Σύμφωνα όμως με τον πρόεδρο της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Στυλιανό Λουκίδη, αρκετές θέσεις ειδικευομένων Πνευμονολογίας μένουν κενές τόσο στην Αθήνα όσο και σε περιφερειακά νοσοκομεία. Ενδεικτικά αναφέρει ότι στο «Σωτηρία» δεν έχει καλυφθεί το 80% των θέσεων. Ο ίδιος αποδίδει αυτά τα κενά στη φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό κατά τα προηγούμενα έτη και σε ελλιπή ενημέρωση για την ειδικότητα και τις προοπτικές της.

Αντίστοιχα προβλήματα κλήθηκε να ξεπεράσει ο υπεύθυνος της κλινικής COVID-19 στο νοσοκομείο Σερρών, Θεόφιλος Καλλινικίδης. Στο πρώτο κύμα διέθεταν 34 κλίνες, περίπου τις μισές για επιβεβαιωμένα κρούσματα και τις υπόλοιπες για ασθενείς με ύποπτη συμπτωματολογία. Δεν είχε χρειαστεί να περιθάλψουν πάνω από επτά αρρώστους τότε σε όλα αυτά τα κρεβάτια. Τον τελευταίο μήνα, όμως, έφτασαν να νοσηλεύουν έως και 135 ασθενείς. «Κάθε τρεις ημέρες ανοίγαμε και καινούργια πτέρυγα», λέει. Επεκτάθηκαν σε όλους τους ορόφους, σε χώρους της νευρολογικής, της ορθοπεδικής και της οφθαλμολογικής κλινικής. Στελεχωμένοι μόνο με πέντε πνευμονολόγους και έναν παθολόγο, δεν θα τα έβγαζαν πέρα. Δέχθηκαν την ενίσχυση επτά γιατρών από κέντρα υγείας, ενώ άλλοι 13 γιατροί τούς βοηθούν στις εφημερίες.

«Για πρώτη φορά κάπως ανασάναμε», λέει στην «Κ» ο κ. Καλλινικίδης, καθώς, κατά την τηλεφωνική συνομιλία μας, έπειτα από πολλές ημέρες οι νέες εισαγωγές ασθενών είχαν περιοριστεί. Εκείνο το πρωί οι νοσηλευόμενοι ήταν 108, με οκτώ εξιτήρια, αλλά και επτά θανάτους.

Συναισθηματική ταλαιπωρία

«Είμαι 27 χρόνια στο νοσοκομείο και πρώτη φορά με την πανδημία ντύθηκα με στολή για να μπω στους θαλάμους», λέει ο κ. Καλλινικίδης και περιγράφει πώς επί ένα μήνα δεν έχει λείψει ούτε μία ημέρα από το πόστο του, δουλεύοντας έως και 11 ώρες καθημερινά, πέρα από τις εφημερίες που θα χρειαστεί να κάνει. «Εχω ξεχάσει την οικογένειά μου. Εχω δύο εγγονές, πέντε και τριών ετών, τις οποίες εάν τις δω θα είναι μόνο από μακριά. Φοβάμαι μην τις κολλήσω», αναφέρει.

Οπως παρατηρεί, όμως, ο μεγαλύτερος φόρτος εργασίας βαραίνει το νοσηλευτικό προσωπικό. Τα καθήκοντά τους δεν περιορίζονται στην αιμοληψία και στη χορηγία της φαρμακευτικής αγωγής, αλλά ξεφεύγουν από το σύνηθες έργο τους. Χωρίς δυνάμεις και δίχως συνοδούς στο πλευρό τους οι άρρωστοι εξαρτώνται από τους νοσηλευτές. Εκείνοι θα χρειαστεί να τους αλλάξουν πλευρό στο κρεβάτι για να αναπνεύσουν καλύτερα, να τους ταΐσουν, να τους προσφέρουν ένα ποτήρι νερό. «Οι νοσηλεύτριες φεύγουν από το νοσοκομείο εξουθενωμένες, είναι φοβερό», λέει ο κ. Καλλινικίδης.

Η Ευαγγελία Κυπραίου, γιατρός εργασίας στο «Θριάσιο», ανησυχεί για τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν αυτές οι συνθήκες στην υγεία των συναδέλφων της στα νοσοκομεία της Αττικής ή της περιφέρειας. «Ζητείται από προσωπικό να λειτουργήσει σε νέους ρόλους, μετακινούνται σε τμήματα COVID, ή δημιουργούνται νέες ΜΕΘ. Καταργήθηκαν άδειες και ρεπό, ο αριθμός των εφημεριών είναι αυξημένος. Ολα αυτά μπορεί να προκαλέσουν και συναισθηματική εξάντληση», επισημαίνει.

«Επειτα από μήνες θα φανεί η κόπωση»

Χωρίς συστηματική μέθοδο παρακολούθησης των ζητημάτων επαγγελματικής υγείας σε όλη τη χώρα, παρά μόνον με σποραδικές έρευνες και καταγραφές τα τελευταία χρόνια, δεν είναι εύκολο να εξαχθούν συγκεκριμένα συμπεράσματα για την πλήρη έκταση της εργασιακής εξουθένωσης σε κάθε νοσοκομείο. Προ της πανδημίας αρκετοί υγειονομικοί αγνοούσαν τα συμπτώματα, ή τα μπέρδευαν με απλό άγχος. Μπορεί να βρίσκονταν στα πρόθυρα του «burn out» ή να έπασχαν από αυτό και να μην το ταυτοποιούσαν ποτέ. Τα ύποπτα σημάδια πρέπει να εντοπίζονται από ειδικευμένο προσωπικό. Στα περισσότερα νοσοκομεία της χώρας όμως δεν απασχολούνται ειδικευμένοι γιατροί εργασίας. Οι αντίστοιχες θέσεις είτε καλύπτονται από παθολόγους ή πνευμονολόγους, είτε παραμένουν κενές.

i-machi-me-ton-io-kai-tin-exantlisi0

Ο κ. Κώτσης απαριθμεί στην «Κ» ορισμένους από τους παράγοντες που επί σειράν ετών δυσχεραίνουν την εργασία στα νοσοκομεία και ψαλιδίζουν τις φιλοδοξίες των υγειονομικών. Λέει ότι οι νέοι γιατροί είναι λίγοι και συνήθως επικουρικοί, δεν έχουν δηλαδή μόνιμη θέση στο σύστημα. Μιλάει για τις «κακές αμοιβές που εξισώνουν τον μισθό ενός πανεπιστημιακού γιατρού με εκείνον ενός καθηγητή ΤΕΙ». Επισημαίνει ότι το επάγγελμά τους δεν έχει ενταχθεί ακόμη στα βαρέα και ανθυγιεινά. Ολα αυτά, όπως τονίζει, δημιουργούν την αίσθηση ότι ο γιατρός στέκεται μόνος του απέναντι στην πολιτεία και μπορούν να οδηγήσουν σε σωματική και ψυχολογική εξουθένωση.

Ως γιατρός εργασίας στο ΑΧΕΠΑ ο κ. Πετρίδης γνώριζε πόσο επιβαρυμένο ήταν ήδη το σύστημα. Επρεπε και αυτός από το δικό του πόστο να φροντίσει –όσο ήταν εφικτό– για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας για το προσωπικό. Κατά την επέλαση του δεύτερου κύματος όμως όλα έγιναν πιο δύσκολα στη Θεσσαλονίκη. Οπως εξηγεί ο ίδιος, ξαφνικά ειδικευόμενοι οφθαλμίατροι έπρεπε να ακροαστούν ασθενείς, μια αίθουσα διδασκαλίας ή ένα γραφείο χωρίς νιπτήρα έπρεπε να μετατραπεί σε χώρο όπου το προσωπικό θα φοράει και θα βγάζει τον προστατευτικό εξοπλισμό, μέλη του προσωπικού νοσούσαν διαδοχικά και παροπλίζονταν. Οι ρυθμοί ήταν και παραμένουν τόσο εντατικοί που δεν υπάρχει περιθώριο για παύση.

«Είμαστε λίγοι»

«Βγαίνει κάποιος εργαζόμενος θετικός και μπαίνει και ο διπλανός του σε καραντίνα. Το προσωπικό είναι, ούτως ή άλλως, λίγο και αυτό γίνεται ξαφνικά. Εχουμε εργαζομένους που αρρώστησαν και γύρισαν στη δουλειά, όπως ορίζει το πρωτόκολλο, και βλέπεις ότι είναι ακόμη κουρασμένοι και δεν μπορούν να προσφέρουν όπως πριν», λέει.

Ωστόσο ο ίδιος θεωρεί ότι το πλήρες αποτύπωμα αυτής της περιόδου θα φανεί μόλις καταλαγιάσει η ένταση. «Τώρα είμαστε ακόμη ζεστοί, είμαστε στο τρέξιμο», αναφέρει. «Επειτα από κάποιους μήνες θα δούμε τι θα συμβεί. Εάν θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα μπορούν πλέον να σηκώσουν τα πόδια τους. Τώρα βρίσκονται ακόμη μέσα στον μαραθώνιο και αρκετοί δεν το καταλαβαίνουν».

Comments are closed.