flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Βούντενη- Αγναντεύοντας τις απέραντες θάλασσες του Παπαδιαμάντη

Αργά το απόγευμα ανεβήκαμε στον αρχαιολογικό  χώρο της Βούντενης. Πίσω και αριστερά μας ζυγιζόταν  ο ήλιος σαν αρπακτικό, με τις φτερούγες του ανοιγμένες, τη μια στα βουνά της Στερεάς, την άλλη στους λόφους της Δυτικής Αχαΐας και το ράμφος του να σημαδεύει τα νησιά  του Ιονίου. Το τοπίο άστραφτε μέσα στις λάμψεις του φωτός και τη δόξα των αιώνων.

Ο μυκηναϊκός οικισμός της Βούντενης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις του Μυκηναϊκού κόσμου. Η Βούντενη και ειδικότερα το πλάτωμα Μπόρτζι είχε όλες τις προϋποθέσεις που ήταν αναγκαίες μιας μυκηναϊκής εγκατάστασης. Διαβάζουμε στις ενημερωτικές καλαίσθητες πινακίδες, στον προσεγμένο και φροντισμένο αρχαιολογικό χώρο.

Η μυκηναϊκή εγκατάσταση της Βούντενης, είχε πρόσβαση σε πλούσιες πεδινές και ορεινές περιοχές, ικανές να προσφέρουν αυτάρκεια προϊόντων για τη διαβίωση των κατοίκων της. Μεγάλες και εύφορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις υπήρχαν στα πεδινά και παράκτια τμήματα, ενώ τα πρανή του Παναχαϊκού όρους προσφέρονταν για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, του κυνηγιού καθώς και τον προσπορισμό άφθονης δομικής και ναυπηγικής ξυλείας από τα δάση της περιοχής.

Νοτιοανατολικά του οικισμού, βρίσκεται το νεκροταφείο του μυκηναϊκού οικισμού.

Έτσι έκαναν οι αρχαίοι, δημιουργούσαν τις πόλεις τους εκεί που έβρισκαν έφορο έδαφος, σε τόπους που κάλυπταν τα νώτα τους και σε σημεία από όπου έβλεπαν μακριά μέχρι πέρα, μέχρι εκεί που πρώτοι θα αντίκριζαν τον φίλο να έρχεται, τον  εχθρό να φτάνει και το μέλλον να πλησιάζει.

 

Η παράσταση

 

Τα τρία διηγήματά του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πάνω στα οποία  βασίστηκε η παράστασή της Βούντενης, είναι το «Όνειρο στο Κύμα», ο «Νεκρός Ταξιδιώτης» και το «Μοιρολόγι της Φώκιας».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν από τους πρώτους Έλληνες πεζογράφους που έφεραν τη διηγηματογραφία στην Ελλάδα. Μέσα από τα διηγήματά του τελειοποίησε την ηθογραφία και έγινε σημείο αναφοράς και μελέτης για την ελληνική λογοτεχνία και τη διανόηση. Η απουσία της γυναικείας συντροφιάς και η θρησκευτική του συνέπεια σε συνδυασμό με την ασκητική του ζωή, του έδωσαν το παρωνύμιο «κοσμοκαλόγερος».

Πολλοί συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο Παλαμάς, ο Πορφύρας, ο Ελύτης και ο Καβάφης, εξύμνησαν το έργο του και εκθείασαν τον ψυχογράφο της εποχής, ικανό να παντρεύει την καθαρεύουσα με σκιαθίτικους ιδιωματισμούς…

Ο Σκιαθίτης δημιουργός «δανείστηκε» το φυσικό περιβάλλον του νησιού του, ανέσυρε από τη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και ψυχογραφώντας τη ζωή των απλών, ταλαιπωρημένων ανθρώπων, κατάφερε να γίνει ένας από τους πρεσβευτές του ηθογραφικού μυθιστορήματος.

Κοινός θεματικός τους άξονας των τριών διηγημάτων είναι ο θάνατος στη θάλασσα. Το πνιγμένο κορίτσι του «Μοιρολογιού», βρίσκει το θάνατο στα νερά του νησιού της εκεί συναντιέται με το «Νεκρό Ταξιδιώτη», τον μοιραίο ναυαγό που ακόμη και άψυχος πλέει μίλια επί μιλίων για να ’ρθει να αράξει στα ίδια εκείνα νερά του δικού του νησιού. Σ’ εκείνα τα νερά ο βοσκός του «Ονείρου στο Κύμα» βλέπει μαγεμένος το όμορφο κορίτσι που κολυμπά και «σαν από θαύμα» το σώζει από βέβαιο πνιγμό «αγγίζοντας έστω και για μία μόνο στιγμή το όνειρόν του».

Ανεβήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο της Βούντενης, για να δούμε τις απέραντες θάλασσες του Παπαδιαμάντη, τις απέραντες θάλασσες του ανθρώπινου ψυχισμού, που τις ταξίδεψε ο μεγάλος συγγραφέας και μας τις περιέγραψε με εξαιρετική ακρίβεια, διαύγεια, ενάργεια, και τρυφερότητα.

Πώς έμαθε ένας διανοούμενος όπως ο Παπαδιαμιάντης πώς αισθάνεται ένας έφηβος βοσκός στις βαθιές χαράδρες της ενηλικίωσής του και τα ρουμάνια της αντρικής ορμής;

Πού γνώρισε το γυναικείο κορμί ένας ‘’κοσμοκαλόγερος’’ και μας το περιέγραφε, καθώς έσκιζε τα νερά της θάλασσας, με τόσο έντονο ερωτισμό, με τόσο αστραφτερό πάθος και με τέτοια καθαρότητα;

Μεγάλο το εγχείρημα που αποτόλμησαν οι Συντελεστές

Σκηνοθεσία – Μουσική: Άρης Τρουπάκης

Σκηνικά – Κοστούμια: Θοδωρής Χρυσικός

Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Νίκα

Παίζουν: Δημήτρης Ήμελλος, Δέσποινα Κούρτη, Άρης Τρουπάκης

 

Σε έναν τέτοιο χώρο, που νιώθει το ρίγος που αισθάνεται κανείς όταν μπαίνει στη Βεργίνα και στο νεκροταφείο των Αιγών ή στους θολωτούς τάφους των Μυκηνών, με τόσο σπουδαία κείμενα, που κάνουν τις λέξεις ν’ αστράφτουν στο φως των αιώνων, πρέπει να έχει σκάψει και να έχει οργώσει ο δημιουργός, με κόπο και για χρόνια το σχέδιο του, για να μπορέσει ν’ αναμετρηθεί με τόσο μεγάλες προκλήσεις.

Περισσότερο τάραξαν, πείραξαν, αναστάτωσαν τις αισθήσεις, την φαντασία και τον κόσμο μας, ο χώρος που έγινε η παράσταση, η γλώσσα και οι περιγραφές του Παπαδιαμάντη, που μας ήταν ήδη γνωστές, παρά η ίδια η παράσταση και το όραμα των συντελεστών.

Προσπάθησαν ευσυνείδητα οι συντελεστές αλλά αυτό δεν αρκεί. Δεν είδαμε κάποιο οργανωμένο σκηνοθετικό πλάνο που να αποκαλύπτει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τα τόσο ευαίσθητα και τρυφερά κείμενα του μεγάλου συγγραφέα.

Το κέρδος όσων ανέβηκαν στον αρχαιολογικό χώρο μεγάλο. Ο ίδιος ο χώρος μοναδικός και είναι άλλο να βλέπει κανείς αυτόν τον χώρο στον πρωινό φως κι άλλο να τον βλέπει να σβήνει με fade out, όπως λένε οι κινηματογραφιστές,  μέσα στο γλυκό σκοτάδι του Αυγούστου, ενώ το φεγγάρι εισβάλει μεγαλόπρεπο στο χώρο. Η γλώσσα και οι περιγραφές του μεγάλου Παπαδιαμάντη υπέροχες, αγγίζουν κάθε γωνιά του μυαλού και της φαντασίας.

Καθώς εξελισσόταν η παράσταση και είχαμε ‘’βουτήξει’’ στη θάλασσα, μέσω της αφήγησης του Δημήτρη Ήμελλου και βρισκόμασταν στα νερά μαζί με την ολόγυμνη ηρωίδα του Παπαδιαμάντη κι ενώ είχα την εντύπωση, ότι ακόμα φώτιζε τα τεκταινόμενα ‘’επί σκηνής’’ το φως του ήλιου, οι προβολείς διακριτικά, ψιθυριστά, ήσυχα,  είχαν πάρει τη θέση του. Ήταν μια στιγμή προσωπικής δημιουργικής αναστάτωσης την οποία χάρηκα.