
Δύο ύμνοι από μια εποχή που μπορεί
να πέρασε, αλλά μόλις ξανακούσεις τις πρώτες νότες, επιστρέφει ολόκληρη.
Ήταν η εποχή της εφηβείας μας.
Της έντασης, της αμφισβήτησης,
της αναζήτησης.
Μέσα σε όλο αυτό υπήρχε ένα μέρος με κίνηση, συναντήσεις και ανταλλαγή ιδεών. Ένα στέκι για ανθρώπους που ψάχνονταν, που ήθελαν να ακούσουν κάτι διαφορετικό, να γνωρίσουν κόσμο, να συζητήσουν, να ανακαλύψουν.
Για εμάς, αυτό το στέκι ήταν το 𝗠𝗲𝗺𝗳𝗶𝘀, δίπλα από τις σκάλες της Αγίου Νικολάου.
Ήταν η εποχή που ανακαλύπταμε το underground. Ψάχναμε μπάντες, δίσκους
και ήχους που δεν έφταναν εύκολα στα αυτιά μας. Και μέσα σε όλη αυτή την αναζήτηση, ξεχωρίζαμε τραγούδια που σιγά-σιγά γίνονταν οι δικοί μας ύμνοι.
Οι Γενιά του Χάους ήταν από τις αγαπημένες μας μπάντες. Και συγκεκριμένα δύο κομματάρες τους στο 𝗠𝗲𝗺𝗳𝗶𝘀 τις είχαμε πραγματικά λιώσει στο repeat:
«Τα Παράσημα του Παραδείσου» και
«Ο Χορός της Σιωπής».
Τα Παράσημα του Παραδείσου,
βρίσκονται στον πρώτο, ομώνυμο δίσκο Γενιά του Χάους, που κυκλοφόρησε το 1986.
Ένα άλμπουμ-σταθμός για το ελληνικό punk, μέσα από το οποίο η μπάντα έδωσε τη δική της σκοτεινή και ιδιαίτερη εκδοχή του ήχου.
Και το τραγούδι ξεκινάει με εκείνα τα πλήκτρα.
Μια εισαγωγή που, πριν ακόμη μπει η κιθάρα και ξεκινήσει ο στίχος,
έχει ήδη δημιουργήσει την ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, λίγο μελαγχολική, σχεδόν υπνωτική.
Και μετά όλα παίρνουν φωτιά ,
κρατώντας αυτή την ένταση μέχρι το τέλος.
Ο Χορός της Σιωπής, ήρθε τρία
χρόνια αργότερα, μέσα από το Ρέκβιεμ
για Ξεπεσμένους Θεούς του 1989, τον δεύτερο και τελευταίο ολοκληρωμένο δίσκο της μπάντας.
Εδώ η αίσθηση είναι διαφορετική.
Πιο επιθετική, πιο βαριά, με έναν ρυθμό
που σε τραβάει μπροστά και μια ενέργεια που ταιριάζει απόλυτα στον τίτλο.
Ένας «χορός» χωρίς χαρά, περισσότερο σαν ξέσπασμα απέναντι σε όλα όσα σε πίεζαν εκείνη την εποχή.
Δύο τραγούδια από δύο διαφορετικές στιγμές των Γενιά του Χάους, που όμως για εμάς είχαν καταλήξει να σημαίνουν το ίδιο πράγμα.
Ίσως γιατί μέσα σε αυτά τα τραγούδια υπήρχε κάτι από όσα ζούσαμε τότε:
ένταση, αμφισβήτηση, θυμός, ανάγκη για ελευθερία και, κυρίως, η ανάγκη να βρούμε τη δική μας φωνή.
Το Memfis ήταν ο χώρος.
Οι παρέες ήταν η αφορμή.
Και η μουσική ήταν ο τρόπος να πούμε όσα πολλές φορές δεν μπορούσαμε να εκφράσουμε αλλιώς.
«Τα Παράσημα του Παραδείσου».
«Ο Χορός της Σιωπής».
Δύο κομματάρες που τις είχαμε λιώσει.
Και μερικές φορές, ένα απλό πάτημα του play στο τώρα, αρκεί για να γυρίσεις πίσω, εκεί που όλα έμοιαζαν ακόμη ανοιχτά.


