flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

Η αναθεώρηση του του 1864 και η ανάγκη αναμόρφωσης της κρατικής μηχανής – Του Βασίλη Μπεκίρη

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΕΚΙΡΗ

(ΠΡΩΗΝ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ)

Όπως είναι γνωστό, το Σύνταγμα του 1864 έμεινε αναλλοίωτο μέχρι το 1911. Οι μεγάλες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που σημειώθηκαν στη χώρα μας μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και τις αρχές του 20ου αιώνα, οδήγησαν στην ανάγκη αναμόρφωσης της Κρατικής Μηχανής.

Για το λόγο αυτό και ο Ελληνικός λαός δέχθηκε με ικανοποίηση το Στρατιωτικό Κίνημα που εκδηλώθηκε στο Γουδί στις 15 Αυγούστου του 1909.

Η ΜΕΤΑΚΛΗΣΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Βέβαια, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος που είχε οργανώσει το κίνημα του 1909 εδίστασε κατ’ αρχήν να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες ήθελε ο Ελληνικός λαός, γι’ αυτό αποφάσισε να μετακαλέσει από την Κρήτη τον γνωστό πολιτικό και τότε Πρωθυπουργό της Κρήτης, Ελευθέριο Βενιζέλο.

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ

Ο Κρητικός πολιτικός όταν ήλθε στην Ελλάδα, μεταξύ των προτάσεων που εισηγήθηκε ήταν και η σύγκλιση Εθνικής Συνέλευσης για την Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864. Στην άποψη αυτή προσεχώρησαν και οι Αρχηγοί των παλαιών κομμάτων μετά από σύσκεψη που έγινε υπό την Προεδρία του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ την 16η Ιανουαρίου του 1910.

ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση διένειμε στους βουλευτές προσχέδιο των αναθεωρητέων διατάξεων. Με βάση το προσχέδιο διατυπώθηκε πρόταση περί αναθεώρησης με τις υπογραφές 170 Βουλευτών, η οποία και έγινε αποδεκτή στις 18 Φεβρουαρίου του 1910 με ψήφους 150 έναντι 110.

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ

Μετά ένα περίπου μήνα και συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου 1910, ο Βασιλιάς απηύθυνε διάγγελμα στη Βουλή εκφράζοντας την ικανοποίησή του για το εγκριθέν περί αναθεωρητέων διατάξεων ψήφισμα και υπέσχετο τη σύντομη σύγκλιση της Αναθεωρητικής Βουλής.

Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν την 1η Ιουλίου 1910 πραγματοποιήθηκε η διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη για νέες εκλογές την 8η Αυγούστου 1910. Από τις εκλογές αυτές προήλθε η «Διπλή Αναθεωρητική Βουλή», η οποία συνήλθε την 1η Σεπτεμβρίου 1910. Στη Συνεδρίαση αυτή ο Βασιλιάς, κηρύσσοντας την έναρξη των εργασιών, άφησε να εννοηθεί ότι η Αναθεώρηση θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλες τις μη θεμελιώδεις διατάξεις και να μην περιορισθεί μόνον σε όσες περιελαμβάνοντο στο ψήφισμα της 18ης Φεβρουαρίου 1910.

Όμως η σχηματισθείσα Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου δεν μπορούσε να συνεργασθεί αρμονικά με την Αναθεωρητική Βουλή και τούτο είχε σαν συνέπεια τη διάλυση της Βουλής, που προήλθε από τις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 και την προκήρυξη νέων εκλογών για την 28η Νοεμβρίου 1910. Έτσι στις 8 Ιανουαρίου του 1911 συνήλθε η «Β΄ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή», η οποία εργάσθηκε με γοργούς ρυθμούς και σε σύντομο χρονικό διάστημα ψηφίσθηκε το Σύνταγμα του 1911.

Πρέπει εδώ να αναφέρουμε την πορεία των διαδικασιών που ακολούθησαν για να φθάσουμε στην ψήφιση του Συντάγματος.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Έτσι την 26η Ιανουαρίου 1911 συγκροτήθηκε 30μελής Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία σχηματίσθηκε μετά την εισήγηση του Ελ. Βενιζέλου.

Η Επιτροπή συγκροτήθηκε σε Σώμα με Πρόεδρο τον πρώην Πρωθυπουργό, Στέφανο Δραγούμη, Γραμματέα τον Κ. Ζαβιτσιάνο και Εισηγητή τον Κ. Ρακτιβάν.

Άλλα μέλη της Επιτροπής ήταν οι Βουλευτές Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, Π. Αραβαντινός, Χ. Βοζύκης, Λ. Κανακάρης-Ρούφος, Θ. Πετμεζάς, Γ. Αβέρωφ, Θ. Κουτούπης, Αλ. Διομήδης, Ι. Τσιριμώκος, Α. Σλήμαν, Κ. Μάνος κ.λ.π.

Η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος άρχισε αμέσως το έργο της και στις 15 Φεβρουαρίου 1910 ο εισηγητής της Επιτροπής εισηγήθηκε τα 17 πρώτα άρθρα του νέου Συντάγματος με βάση τη σχετική έκθεση της Επιτροπής. Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν σπουδαία θέματα του Δημοσίου Δικαίου και καθιερώνουν την προστασία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών. Μεταξύ αυτών είναι οι διατάξεις περί τύπου, της δωρεάν εκπαίδευσης, των συνεταιρισμών, του οικογενειακού ασύλου και της προστασίας της ιδιοκτησίας. Στην εισήγησή του για την αναθεώρηση του άρθρου 14 του Συντάγματος του 1864, ο εισηγητής Κ. Ρακτιβάν τόνισε τα εξής: «Ο τύπος πρέπει να μείνει ελεύθερος, έστω και παρεκτρεπόμενος». Οι εργασίες της Επιτροπής συνεχίσθηκαν με σχετικά ταχείς ρυθμούς, παρά τις προσπάθειες ομάδας Βουλευτών να εμποδίσουν την πρόοδό τους, με σκοπό να ματαιώσουν τελικά την αναθεώρηση.

ΣΕ ΚΛΙΜΑ ΕΝΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

Είναι ανάγκη εδώ να σημειώσουμε, ότι οι τρεις Συνεδριάσεις της Β΄ Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής (16, 18 και 19 Μαρτίου 1911) έγιναν μέσα σε κλίμα έντασης και μεγάλης αντιπαράθεσης. Αντικείμενο των συζητήσεων ήταν η ερμηνεία και η διατύπωση του άρθρου 17 του Συντάγματος, για την προστασία της ιδιοκτησίας.

Οι βουλευτές Τρικάλων Δ. Μπούσδρας και Μαγνησίας Η. Γεωργιάδης έθεσαν με έμφαση το θέμα της απαλλοτρίωσης των μεγάλων τσιφλικιών για να αποδοθούν στους ακτήμονες καλλιεργητές. Ο Βουλευτής Η. Γεωργιάδης πρότεινε και ειδική τροπολογία στο σχετικό άρθρο. Όμως πολλοί Βουλευτές αντέδρασαν σε οποιαδήποτε αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μεγάλων τσιφλικιών και χαρακτήρισαν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας «ιερόν».

Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 17

Την ανάγκη μεταρρύθμισης της σχετικής διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος υπεστήριξε και η ομάδα των «κοινωνιολόγων», την οποία αποτελούσαν οι Αλεξ. Παπαναστασίου, Π. Αραβαντινός και Θρ. Πετμεζάς. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η αγόρευση του Αρχηγού των Κοινωνιολόγων Αλ. Παπαναστασίου, ο οποίος με επιστημονικά επιχειρήματα και με μεγάλο δυναμισμό και σθένος υπεστήριξε τις απόψεις του. Αφού έκανε μία ανάλυση της ιστορικής διαδρομής του θεσμού, διετύπωσε τη θέση ότι μπορεί και πρέπει να υιοθετηθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, όταν δικαιολογείται από «το γενικότερον κοινωνικόν ή πολιτειακόν συμφέρον» και συνέχισε λέγοντας: «Δεν είναι δυνατόν να φαντασθεί κανείς, δια τι θα επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωσις για την κατασκευήν μιας μικράς κοινοτικής οδού και δεν θα επιτρέπετο η αναγκαστική απαλλοτρίωσις κτημάτων για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών». Παρέμβαση όμως για τη μη αλλαγή του άρθρου 17 του Συντάγματος έκανε και ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Συγκεκριμένα ο Πατριάρχης με διάβημά του στον Πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη, Ι. Γρύπαρη, του ζήτησε να ενημερώσει τον Πρωθυπουργό, Ελ. Βενιζέλο, ότι: «Η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου αποδοκιμάζει εντόνως τας κοινωνιστικάς απόψεις ένιων Βουλευτών κατά τη συζήτηση του άρθρου 17 του Συντάγματος».

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε, ότι οι διαδικασίες αναθεώρησης του Συντάγματος προχώρησαν με σχετικά γοργούς ρυθμούς. Μάλιστα, με πρόταση του Πρωθυπουργού, Ελευθερίου Βενιζέλου, το αναθεωρητικό έργο επισπεύθηκε και η συζήτηση στην Ολομέλεια του Σώματος πάνω στις τροποποιούμενες διατάξεις του Συντάγματος ολοκληρώθηκαν στις 27 Μαΐου 1911. Έτσι την 1η Ιουνίου 1911 ο Βασιλιάς Γεώργιος υπέγραψε το νέο Σύνταγμα, το οποίο δημοσιεύθηκε την επομένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η ισχύς του άρχισε αμέσως.

Η τροποποίηση του Συντάγματος του 1864, που πραγματοποιήθηκε το 1911, χαρακτηρίσθηκε σαν αναθεώρηση και οι δύο Βουλές που συγκλήθηκαν διαδοχικά για τον σκοπό αυτό ονομάσθησαν Αναθεωρητικές, ενώ το νέο Συνταγματικό κείμενο πήρε την ονομασία «Σύνταγμα του 1864/1911», για να υπογραμμισθεί ότι δεν επρόκειτο για νέο Σύνταγμα αλλά για εκείνο του 1864, το οποίο απλά είχε αναθεωρηθεί. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί γενικά έχουν υιοθετηθεί και έχουν επικρατήσει καίτοι υπάρχουν και αντίθετες απόψεις, οι οποίες δέχονται ότι με την «αναθεώρηση» δημιουργήθηκε μία πρωτογενής συντακτική εξουσία, διότι παραβιάσθηκε η διαδικασία που καθόριζε το άρθρον 107 του Συντάγματος του 1864 και τούτο διότι η αναθεώρηση ψηφίσθηκε από μία Βουλή και όχι από δύο όπως ορίζει το άρθρο 107 και διότι τροποποιήθηκαν και άλλες διατάξεις πέρα από εκείνες που προβλέπονταν στην πράξη περί αναθεώρησης. Οι ενέργειες αυτές, καθαρά πραξικοπηματικές, αποκλείουν τον χαρακτηρισμό της μεταβολής που πραγματοποιήθηκε σαν «αναθεώρησης».

ΣΥΝΟΛΙΚΑ 54 ΑΡΘΡΑ

Τέλος, πρέπει να προσθέσουμε, ότι η Β΄ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή τροποποίησε ή συμπλήρωσε 54 συνολικά άρθρα από τα 110 του Συντάγματος του 1864. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των τροποποιήσεων που επέφερε η Κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου εμπνέονται άμεσα από τις θέσεις που είχε υποστηρίξει πριν 30 περίπου χρόνια ο μεγάλος πολιτικός άνδρας της εποχής Χαρίλαος Τρικούπης. Για αυτό πολλοί υποστηρίζουν ότι μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών ανδρών υπήρχε «συγγένεια» στις αντιλήψεις των, όσον αφορά την οργάνωση του Κράτους και την άσκηση εξουσιών.

Οι κυριότερες μεταβολές του Συντάγματος

Οι κυριότερες μεταβολές που επέφερε η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή στο Σύνταγμα του 1864 ήταν οι εξής:

1)Ανέθετε τον έλεγχο του κύρους των Βουλευτικών Εκλογών όχι πια στη Βουλή, αλλά σε ειδικό Δικαστήριο (Εκλογοδικείο), το οποίο το αποτελούσαν Αρεοπαγίτες και Εφέτες (άρθρον 73).

2)Επεξέτεινε τα ασυμβίβαστα προς το Βουλευτικό αξίωμα έργα, απαιτώντας και από τους Στρατιωτικούς να παραιτούνται πριν ανακηρυχθούν υποψήφιοι Βουλευτές (άρθρο 71).

3)Μείωνε το κατώτερο όριο ηλικίας εκλογιμότητας των Βουλευτών από το 30ο στο 25ο έτος (άρθρο 70).

4)Απλούστευσε τη νομοθετική διαδικασία, περιορίζοντας την κωλυσιεργία και συντομεύοντας τους σχετικούς χρονικούς περιορισμούς (άρθρα 56 και 57).

5)Ίδρυσε Δικαστήριο Συγκρούσεως Καθηκόντων και Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας (άρθρα 101 και 103) και επανίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας ως Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο (άρθρα 82-86), που όμως ούτε τότε έμελλε να συγκροτηθεί.

6)Βελτίωσε την προστασία της Δικαστικής ανεξαρτησίας καθιερώνοντας τη μονιμότητα των Εισαγγελέων, Αντιεισαγγελέων και κατωτέρων Δικαστικών, ιδρύοντας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο τοποθετούσε, μετέθετε και προήγε τους μόνιμους και ισόβιους Δικαστικούς Λειτουργούς (άρθρα 88 και 90).

7)Απλούστευε την αναθεωρητική διαδικασία (άρθρο 108).

8)Καθιέρωνε τη μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων (άρθρο 102).

9)Παρείχε πρόσθετες νομικές εγγυήσεις για την προστασία των ατομικών ελευθεριών και ειδικότερα της φορολογικής ισότητας (άρθρο 3), του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11) και του ασύλου της κατοικίας (άρθρο 12).

10)Διεύρυνε τις περιπτώσεις για τις οποίες θα ήταν επιτρεπτή η αναγκαστική απαλλοτρίωση, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι τη σχετική αποζημίωση θα καθόριζαν πάντοτε τα Δικαστήρια (άρθρο 17).

11)Καθιέρωνε την υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδη εκπαίδευση (άρθρο 16).

12)Καθιέρωνε και πάλι το θεσμό της καταστάσεως πολιορκίας, σε συνδυασμό με αναστολή των κυριότερων εγγυήσεων των ατομικών ελευθεριών μόνον για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων (εμπόλεμη κατάσταση και γενική επιστράτευση), απαιτώντας για την έκδοση του σχετικού διατάγματος άδεια της Βουλής (άρθρο 91).

13)Θέσπιζε ως επίσημη γλώσσα του Κράτους εκείνη «εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της Ελληνικής Νομοθεσίας τα κείμενα», απαγορεύοντας κάθε επέμβαση «προς παραφθορά της».

Γενικά μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι το Σύνταγμα του 1911 διαπνέεται από ένα Δημοκρατικό και Φιλελεύθερο πνεύμα, με εξαίρεση τις δύο τελευταίες διατάξεις που αναφέρονται στο θεσμό της κατάστασης πολιορκίας και την καθιέρωση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας του Κράτους.

Comments are closed.