
Ο Πάμπλο Πικάσο ήθελε να τη ζωγραφίσει, η Τζάκι Κένεντι επισκεπτόταν τα παλάτια της, ενώ ανάμεσα στους φίλους της συγκαταλέγονταν προσωπικότητες όπως η Γκρέις Κέλι, η Μαρία Κάλλας και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ. Το νέο λεύκωμα της Assouline «Cayetana, the Duchess of Alba: Art, Aristocracy, and the Soul of Spain» μας βάζει στον κόσμο της 18ης δούκισσας της Αλμπα.

Γεννημένη στις 28 Μαρτίου 1926 στο επιβλητικό Παλάθιο ντε Λίρια της Μαδρίτης, η Μαρία ντελ Ροσάριο Καγιετάνα Φιτζ-Τζέιμς Στιούαρτ ντε Σίλβα ήταν η μοναχοκόρη του Χακόμπο Φιτζ-Τζέιμς Στιούαρτ, 17ου δούκα της Αλμπα. Η οικογένειά της ανήκε στους σημαντικότερους αριστοκρατικούς οίκους της Ευρώπης, με ιστορία πέντε αιώνων και ρίζες που έφταναν μέχρι τον βασιλιά Ιάκωβο Β’ της Αγγλίας (1633-1701) μέσω του νόθου γιου του, Τζέιμς Φιτζ-Τζέιμς.

Η παιδική της ηλικία μοιράστηκε ανάμεσα στη Μαδρίτη, στη Σεβίλλη και το Λονδίνο, όπου ο πατέρας της υπηρετούσε ως πρεσβευτής της Ισπανίας. Εκεί γνώρισε από κοντά τη βρετανική αριστοκρατία και έμαθε άψογα αγγλικά, τα οποία μιλούσε σε όλη της τη ζωή με χαρακτηριστική βρετανική προφορά. Ωστόσο, η μεγάλη της αγάπη παρέμεινε πάντα η Ισπανία και ιδιαίτερα η Ανδαλουσία. Οταν η μητέρα της πέθανε από φυματίωση, η Καγιετάνα ήταν μόλις οκτώ ετών.


Παρά τον αμύθητο πλούτο της, η ίδια δεν έμοιαζε ποτέ με την τυπική αριστοκράτισσα. Φορούσε πολύχρωμα φορέματα, λουλούδια στα μαλλιά και συχνά κυκλοφορούσε ξυπόλυτη. Λάτρευε το φλαμένκο, τις ταυρομαχίες, τα άλογα και τη ζωή στους δρόμους της Σεβίλλης. Οι ντόπιοι τη θεωρούσαν σχεδόν δικό τους άνθρωπο και εκείνη ανταπέδιδε την αγάπη με απόλυτη αφοσίωση.

Η τέχνη υπήρξε το μεγάλο πάθος της ζωής της. Από παιδί επισκεπτόταν κάθε Κυριακή το Μουσείο Πράδο με τον πατέρα της και ανέπτυξε ιδιαίτερη αγάπη για τον Βελάσκεθ και τον Γκόγια. Ως επικεφαλής του Οίκου της Αλμπα ανέλαβε τη φροντίδα μιας από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές τέχνης της Ευρώπης, η οποία περιλαμβάνει έργα των Γκόγια, Βελάσκεθ, Τιτσιάνο, Ρούμπενς, Ρενουάρ, Μιρό και Πικάσο.

Μάλιστα, ο Πάμπλο Πικάσο είχε εκφράσει την επιθυμία να τη ζωγραφίσει, όπως ο Γκόγια είχε ζωγραφίσει την πρόγονό της, τη θρυλική 13η δούκισσα της Αλμπα. Εκείνη αρνήθηκε, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο θα προκαλούσε σάλο στην Ισπανία του Φράνκο. Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε ένθερμη υποστηρίκτρια του έργου του και συνέβαλε στην προβολή της σύγχρονης τέχνης στην Ισπανία.

Η προσωπική της ζωή απασχολούσε διαρκώς τον Τύπο. Μετά τον θάνατο του πρώτου συζύγου της, το 1972, παντρεύτηκε τον πρώην Ιησουίτη ιερέα Χεσούς Αγκίρε, μια επιλογή που προκάλεσε αίσθηση στους αριστοκρατικούς κύκλους της εποχής. Οταν εκείνος πέθανε το 2001, πολλοί πίστεψαν ότι η δούκισσα είχε αφήσει πίσω της τις μεγάλες ανατροπές. Διαψεύστηκαν.

Το 2011, σε ηλικία 85 ετών, παντρεύτηκε τον Αλφόνσο Ντίεθ, δημόσιο υπάλληλο και κατά 24 χρόνια νεότερό της. Παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς της και τα πρωτοσέλιδα, εκείνη στήριξε μέχρι τέλους στην απόφασή της. Ηταν άλλωστε μια γυναίκα που έπαιρνε πάντα τις δικές της αποφάσεις.

Αυτή η ανεξαρτησία, σε συνδυασμό με το χιούμορ, τη γενναιοδωρία και την αφοσίωσή της στην τέχνη και τον πολιτισμό είναι που την κατέστησαν τόσο ξεχωριστή. Το λεύκωμα της Assouline αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διάσταση της προσωπικότητάς της μέσα από αδημοσίευτες οικογενειακές φωτογραφίες, εικόνες από τα ιστορικά παλάτια της οικογένειας και ιδιωτικές στιγμές.

Περισσότερο από μια δούκισσα, η Καγιετάνα, που έφυγε από τη ζωή το 2014, υπήρξε μια γυναίκα γεμάτη αντιφάσεις: παραδοσιακή αλλά προοδευτική, αριστοκράτισσα αλλά βαθιά λαϊκή, φύλακας της ιστορίας αλλά ανήσυχο πνεύμα. Και ίσως γι’ αυτό, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή της, εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πιο συναρπαστικές μορφές που γνώρισε ποτέ η ευρωπαϊκή αριστοκρατία ◆


