
Σε πολλά παλιά οικογενειακά άλμπουμ συναντά κανείς μαθητές μιας άλλης εποχής, με τις χαρακτηριστικές σχολικές τους ενδυμασίες. Ευτυχώς, ανήκω σε μεταγενέστερη γενιά και δεν πρόλαβα την εποχή της σχολικής ποδιάς. Πρόλαβα όμως τη μεγαλύτερη αδερφή μου σε φωτογραφίες από τα σχολικά της χρόνια, με την ποδιά της, κι έτσι η εικόνα αυτή δεν μου είναι εντελώς ξένη. Τις ποδιές τις θυμάμαι επίσης από τις παλιές ελληνικές ταινίες, όπου ήταν σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της σχολικής ζωής.
Για τα αγόρια, βέβαια, η εικόνα ήταν διαφορετική. Παντελόνι, σακάκι ή πουλόβερ, ανάλογα με την εποχή, και κάπως έτσι η δική μου γενιά πρόλαβε περισσότερο τη μετάβαση προς ένα πιο ελεύθερο ντύσιμο στο σχολείο.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται η Laura.
Ένα όνομα που σήμερα ίσως να μη λέει πολλά στους νεότερους, κάποτε όμως ήταν συνδεδεμένο με ένα πολύ γνώριμο κομμάτι της μαθητικής ζωής: τη σχολική ποδιά. Η Laura ήταν μία από τις σχολικές ποδιές που συνδέθηκαν με την Πειραϊκή–Πατραϊκή, ένα από τα πιο γνωστά ονόματα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας.
Η σύνδεση αυτή δεν είναι απλώς μια οικογενειακή ανάμνηση. Στη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη υπάρχει καταγεγραμμένη σχολική ποδιά με την ονομασία «LAURA-Πειραϊκή Πατραϊκή». Ένα αντικείμενο που κάποτε ήταν απολύτως καθημερινό και σήμερα έχει γίνει ένα μικρό τεκμήριο μιας εποχής που απομακρύνεται όλο και περισσότερο.
Η Πειραϊκή–Πατραϊκή, με ιστορία που ξεκινά το 1919, υπήρξε ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας. Πίσω από το όνομα υπήρχαν εργοστάσια, μηχανές, υφάσματα και άνθρωποι που έβγαζαν το μεροκάματό τους στη βιομηχανία. Ήταν μια Ελλάδα που ακόμη παρήγαγε και ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητας των οικογενειών μπορούσε να έχει φτιαχτεί από ελληνικά χέρια.
Η σχολική ποδιά, λοιπόν, δεν ήταν μόνο θέμα εμφάνισης. Ήταν και ένα κοινωνικό σύμβολο της εποχής. Η λογική ήταν πως μέσα στη σχολική αυλή οι μαθητές έπρεπε να εμφανίζονται όσο το δυνατόν πιο όμοιοι, χωρίς τα ρούχα να φανερώνουν εύκολα ποιος προερχόταν από πιο εύπορη και ποιος από πιο εργατική οικογένεια.
Στην πράξη, βέβαια, οι κοινωνικές διαφορές δεν εξαφανίζονταν επειδή φορούσαν όλοι την ίδια ποδιά. Απλώς κρύβονταν λίγο καλύτερα κάτω από τον ίδιο γιακά.
Για την οικογένεια που αγόραζε τότε μια ποδιά, βέβαια, όλα αυτά ήταν πολύ πιο απλά. Ήταν το ρούχο του σχολείου. Έπρεπε να είναι καθαρό, σιδερωμένο και έτοιμο για την επόμενη μέρα. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος προβληματισμός για το «τι θα φορέσω αύριο;».
Το είχαν αποφασίσει άλλοι!
Και μέσα σε αυτή την ομοιομορφία υπήρχαν οι μικρές λεπτομέρειες που ξεχώριζαν τις εταιρείες και τα μοντέλα: το ύφασμα, η γραμμή, ο γιακάς, τα κουμπιά, η ετικέτα. Εκεί συναντούσε κανείς ονόματα που συνδέθηκαν με τη σχολική ένδυση, όπως η Πειραϊκή–Πατραϊκή, ο Τσεκλένης, το Μινιόν και οι Αφοί Λαμπρόπουλοι.
Το 1982 η υποχρεωτική σχολική ποδιά καταργήθηκε και μια γνώριμη εικόνα άρχισε να εξαφανίζεται από τις σχολικές αυλές. Από τότε πέρασαν δεκαετίες και η ποδιά από καθημερινό αντικείμενο έγινε ανάμνηση.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει σήμερα μια Laura ενδιαφέρουσα.
Δεν κοιτάμε απλώς ένα παλιό ρούχο. Κοιτάμε ένα μικρό κομμάτι της κοινωνικής και βιομηχανικής ιστορίας της Ελλάδας. Μια εποχή όπου το σχολείο είχε τους δικούς του κανόνες, η οικογένεια τις δικές της συνήθειες και η ελληνική βιομηχανία έδινε ακόμη το δικό της «παρών» στην καθημερινή ζωή.
Η Laura έμεινε στην ιστορία. Και μαζί της έμεινε ένα μικρό κομμάτι μιας Ελλάδας που ύφαινε, έραβε, παρήγαγε και έντυνε ολόκληρες γενιές.
Και τελικά, μάλλον καλύτερα να τη θυμόμαστε μέσα από τις παλιές φωτογραφίες και τις ιστορίες των δικών μας ανθρώπων. Γιατί η νοσταλγία είναι πολύ πιο εύκολη όταν δεν χρειάζεται να σιδερώνεις τον γιακά κάθε μέρα!


