ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ #experimentalpatrasso
Κάποιες σειρές δεν τις αγαπάς μόνο για την ιστορία τους. Τις αγαπάς γιατί μέσα τους βλέπεις ένα κομμάτι της ζωής σου. Έτσι είναι για μένα το «Λόγω Τιμής». Κάθε φορά που το ξαναβλέπω, δεν παρακολουθώ απλώς μια παρέα νέων από την Πάτρα που ξεκινά τη φοιτητική της ζωή στην Αθήνα. Είναι σαν να επιστρέφω στην Πάτρα των 90s, σε μια πόλη που δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό, αλλά ως ένας από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της σειράς.

Το «Λόγω Τιμής», σε σενάριο της Μιρέλλας Παπαοικονόμου και σκηνοθεσία του Λάμπη Ζαρουτιάδη, έκανε πρεμιέρα στο Mega στις 30 Σεπτεμβρίου 1996 και ολοκληρώθηκε στις 26 Μαΐου 1997, ύστερα από 31 επεισόδια. Η ιστορία ακολουθεί μια παρέα παιδιών από την Πάτρα, τον Άρη, τον Μιχάλη, την Ηρώ, την Αθηνά, τον Μάνο, τη Μάνια και τον Βασίλη που δίνουν λόγο τιμής πως, όσα χρόνια κι αν περάσουν και όσες δυσκολίες κι αν αντιμετωπίσουν, θα μείνουν για πάντα δεμένοι. Μέσα από τη μετάβασή τους στην Αθήνα για σπουδές, παρακολουθούμε την ενηλικίωσή τους, τους μεγάλους έρωτες, τις απογοητεύσεις, τις οικογενειακές συγκρούσεις, τις φιλοδοξίες και τις αποφάσεις που τελικά διαμορφώνουν τη ζωή τους.
Αυτό όμως που έκανε τη σειρά να ξεχωρίσει στα δικά μου μάτια ήταν η ίδια η Πάτρα. Δεν ήταν απλώς το μέρος από όπου ξεκίνησαν οι ήρωες. Ήταν ένας ζωντανός χαρακτήρας που συμμετείχε στην ιστορία. Η κάμερα ταξιδεύει στις σκάλες της Αγίου Νικολάου με τα μικρά μαγαζάκια, στα στενά της Άνω Πόλης με τα πανέμορφα νεοκλασικά, στην Ηφαίστου και στις σκάλες της Γεροκωστοπούλου, εκεί όπου βρισκόταν το θρυλικό Rocky Raccoon και ακριβώς απέναντι το παλιό Dolce, δύο από τα πιο χαρακτηριστικά στέκια της εποχής. Περνά από την Παντάνασσα με το σπίτι του Ψηλού στα πίσω στενά, κάνει στάση στα μπιλιάρδα του Ανέστη στα Υψηλά Αλώνια, στο Banana Moon στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, δίπλα στο Ρωμαϊκό Ωδείο, στο κάστρο και τη νυχτερινή ζωή του Ρίου, στο Αρσάκειο και φυσικά στο πατρινό καρναβάλι μιας άλλης εποχής. Δεν ήταν απλές τοποθεσίες. Ήταν τα στέκια μιας ολόκληρης γενιάς.
Θυμάμαι ακόμη, σαν έφηβος, να πετυχαίνω γυρίσματα στο κέντρο της πόλης. Τότε δεν μπορούσα να φανταστώ ότι, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, αυτές οι εικόνες θα είχαν τόσο μεγάλη συναισθηματική αξία. Σήμερα, κάθε φορά που βλέπω τη σειρά, είναι σαν να ανοίγω ένα άλμπουμ αναμνήσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι Πατρινοί, αλλά και οι χιλιάδες φοιτητές που έζησαν εκείνη την εποχή στην πόλη, ταυτίστηκαν με αυτή την παρέα. Οι χαρακτήρες ήταν αυθεντικοί, οι φιλίες αληθινές και οι ιστορίες τους έμοιαζαν με τη ζωή που ζούσαμε. Ίσως γι’ αυτό όσοι μεγαλώσαμε μαζί τους νιώθαμε ότι ο Τσίου, ο Ψηλός, ο Φαντάρος, η Ηρώ, ο Μάνος και τα υπόλοιπα παιδιά δεν ήταν απλώς τηλεοπτικοί χαρακτήρες. Ήταν σαν άνθρωποι της δικής μας παρέας.
Μπορεί οι σημερινοί νέοι να μην έχουν τις ίδιες αναφορές, όμως αξίζει να γνωρίσουν αυτή τη σειρά. Όχι μόνο για την ιστορία της, αλλά γιατί αποτυπώνει μια εποχή που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Και γιατί το βασικό της μήνυμα παραμένει διαχρονικό: «Οι μεγάλες φιλίες κρατάνε πάντα».
Το «Λόγω Τιμής» μας θύμισε πως οι πραγματικοί φίλοι μένουν στη ζωή μας, ακόμη κι όταν ο χρόνος, η απόσταση και οι υποχρεώσεις προσπαθούν να τους απομακρύνουν. Μας έδειξε μια εποχή χωρίς κινητά τηλέφωνα, όπου μια χαμένη συνάντηση μπορούσε να οδηγήσει σε μια μεγάλη παρεξήγηση, όπως συνέβη με την Ηρώ και τον Μάνο. Σήμερα αυτό μοιάζει αδιανόητο, τότε όμως ήταν η πραγματικότητα.
Η σειρά μίλησε και για την απώλεια, αποδεικνύοντας πως ο πόνος γίνεται πιο υποφερτός όταν έχεις δίπλα σου ανθρώπους που σε αγαπούν πραγματικά. Μίλησε για τις δεύτερες ευκαιρίες, γιατί όσο κι αν πληγώθηκε ο Τσίου, η ζωή τού επιφύλασσε τη Χλόη. Μίλησε για το δικαίωμα του καθενός να ακολουθήσει τα όνειρά του, ακόμη κι όταν οι γονείς διαφωνούν, αλλά και για το πόσο οι επιλογές των μεγαλύτερων επηρεάζουν τελικά τα παιδιά τους.
Και βέβαια, μας θύμισε κάτι που ίσως σήμερα έχουμε ξεχάσει. Οι άνθρωποι τότε μπορεί να μην είχαν την τεχνολογία που έχουμε σήμερα, όμως είχαν περισσότερο χρόνο ο ένας για τον άλλον. Οι παρέες έδιναν ραντεβού στα ταβερνάκια, στα τσιπουράδικα, στις πλατείες και στα στέκια της πόλης. Οι συζητήσεις κρατούσαν ώρες, οι φιλίες χτίζονταν πρόσωπο με πρόσωπο και υπήρχε περισσότερη μπέσα, περισσότερη ειλικρίνεια και περισσότερη ουσία στις ανθρώπινες σχέσεις.
Ακόμη και οι μικρές λεπτομέρειες της σειράς έχουν σήμερα τη δική τους γοητεία. Τα ρούχα που φορούσαν οι πρωταγωνιστές είναι ξανά στη μόδα, αποδεικνύοντας πως όλα κάνουν τον κύκλο τους.
Ξεχωριστή θέση έχει φυσικά και η μουσική. Ποιος μπορεί να ακούσει το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» με τη φωνή του Γεράσιμου Ανδρεάτου, σε μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και στίχους του Μιχάλη Γκανά, χωρίς να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο; Είναι από εκείνα τα τραγούδια που δεν συνόδευσαν απλώς μια σειρά, έγιναν οι ίδιοι αναμνήσεις.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα του «Λόγω Τιμής». Δεν αφηγήθηκε μόνο την ιστορία μιας παρέας που μεγάλωσε. Κατέγραψε την ψυχή της Πάτρας, τη φοιτητική της αύρα, τα στέκια, τις γειτονιές και τους ανθρώπους της. Έγινε ένα πολύτιμο αποτύπωμα μιας εποχής που πέρασε, αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Κάθε φορά που ακούω τους πρώτους στίχους, «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε…», δεν σκέφτομαι μόνο τη σειρά. Σκέφτομαι τους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή μου, τις βόλτες στην Πάτρα, τις ανέμελες στιγμές, τις παρέες που νόμιζες πως δεν θα διαλυθούν ποτέ και εκείνη την όμορφη αίσθηση ότι είχαμε όλο τον χρόνο μπροστά μας. Κι αυτό είναι κάτι που ελάχιστες ελληνικές σειρές κατάφεραν να πετύχουν. Δεν έγιναν απλώς τηλεόραση. Έγιναν αναμνήσεις.


