flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

Μασαγιόσι Σουκίτα: Ο φωτογράφος του Ντέιβιντ Μπάουι

Επί σαράντα χρόνια ο φακός του φίλτραρε τις μεταμορφώσεις ενός από τους σημαντικότερους μουσικούς των τελευταίων δεκαετιών, που συνιστά την ενσάρκωση της ρήσης «ό,τι δεν αλλάζει, πεθαίνει».

Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου Βρετανού αστέρα, χάρη στον Μασαγιόσι Σουκίτα, εκτός από τη μουσική του, διασώζεται στο ακέραιο και η εκκεντρική -και σημειολογικά, επίκαιρα σημαντική- εικόνα του «Ziggy Stardust». Ο φωτογράφος που είχε ως έδρα του το Τόκιο, αφού είχε περάσει έναν χρόνο εξερευνώντας το καλλιτεχνικό αποτύπωμα της Νέας Υόρκης και της subculture της που είχε τότε συσπειρωθεί γύρω από τον Αντι Γουόρχολ, το 1972 επισκέφτηκε το Λονδίνο προκειμένου να φωτογραφήσει τον Mαρκ Μπόλαν των T-Rex. Μετά τη φωτογράφηση το βλέμμα του αιχμαλώτισε το πόστερ μιας επερχόμενης συναυλίας του Μπάουι με το εξώφυλλο του «The Man Who Sold The World». Οπως ο ίδιος έχει αποκαλύψει, αν και δεν γνώριζε τη μουσική του, ένιωσε πως έπρεπε οπωσδήποτε να πάει. Αυτή η συναυλία έμελε να αλλάξει την καριέρα και τη ζωή του.

1973rca-009-2017-2ver

«Εβλεπα τον Μπάουι να παίζει με τον Λου Ριντ και ήταν μια τόσο δυνατή εμπειρία. Ο Μπάουι ήταν διαφορετικός από τους άλλους μουσικούς, είχε κάτι το ιδιαίτερο που ήξερα ότι έπρεπε να φωτογραφήσω», ανέφερε ο Σουκίτα στο «Gala». Ετσι ξεκίνησε με τον προκλητικό εκπρόσωπο της μοντέρνας μουσικής μια σχέση ζωής – επαγγελματικής και προσωπικής. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής σφράγισε την καλλιτεχνική υπόσταση και των δύο με έναν τρόπο απόλυτο που παραμένει αναλλοίωτος στον χρόνο μέχρι σήμερα.

West is the best

Σε μια απόπειρα να εξηγήσει την ακατανίκητη έλξη που ένιωθε από μικρός για τον δυτικότροπο πολιτισμό, ο Σουκίτα είπε στο «Gala»: «Τα χρόνια που ακολούθησαν τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ιαπωνία επηρεάστηκε σημαντικά από την αμερικανική κουλτούρα, καθώς ήταν κάτω από τον έλεγχο των ΗΠΑ για χρόνια μετά το τέλος του. Ετσι, αυτή η επιρροή ασκήθηκε κατά κάποιον τρόπο πάνω μου ως φυσική απόρροια της κατάστασης αυτής. Ωστόσο, μεγάλωσα στην Ιαπωνία και ο ιαπωνικός πολιτισμός είναι φυσικά η βάση της προσωπικότητάς μου. Το γεγονός όμως ότι ο πολιτισμός της Δύσης έμοιαζε στα μάτια μου τελείως διαφορετικός από αυτόν που βίωνα τον καθιστούσε αυτόματα πιο ελκυστικό». Σύμβολα της αγάπης του για το δυτικό lifestyle ήταν ο Μάρλον Μπράντο και ο Τζέιμς Ντιν, με όλο τον ναρκισσισμό που περιέβαλλε τους εκπροσώπους της γενιάς των «baby boomers». «Ναι, ο Μπράντο είναι ένας από τους ήρωές μου. Οι αγαπημένες μου ταινίες του είναι “Ο ατίθασος” και το “Λιμάνι της αγωνίας”. Το άλλο μου εξίσου σημαντικό ίνδαλμα είναι ο Τζέιμς Ντιν. Αυτός είναι ένα πρόσωπο που θα ήθελα να φωτογραφήσω. Οι αγαπημένες μου ταινίες του είναι οι “Ανατολικά της Εδέμ”, “Επαναστάτης χωρίς αιτία” και “Ο γίγαντας”».

16-1973rca0511-04

Ο τότε φωτογράφος μόδας με καταγωγή από την επαρχία της Φουκουόκα ήταν μόλις 34 ετών όταν έβγαλε το πρώτο του εισιτήριο για την πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρετανίας και μητρόπολη της underground σκηνής των 70s. «Ταξίδεψα για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1972 με τη στυλίστρια φίλη μου Γιασούκο Τακαχάσι, που είχε σχέση με τον μάνατζερ του Μαρκ Μπόλαν, Τόνι Σεκούντα. Ετσι κανονίστηκε να φωτογραφίσω τους T-Rex. Λίγο αργότερα είδα τυχαία κάποια πόστερ του Μπάουι στον δρόμο. Παρότι δεν είχα ακούσει μέχρι τότε γι’ αυτόν αποφάσισα να πάω σε μια συναυλία του στο Royal Festival Hall. Ηρθα σε επαφή με τον μάνατζερ και το team του και τους έδειξα τη δουλειά μου. Τους άρεσε το portfolio μου και μου έδωσαν την ευκαιρία να τον φωτογραφήσω».

Οταν τον ρώτησα αν μπορεί να κάνει μια σύγκριση μεταξύ της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου, δύο μητροπόλεις στις οποίες εκείνη την εποχή ζούσε, καθώς αποτελούσαν το φυσικό background της εργασίας του, απάντησε: «Δεν μπορώ να συγκρίνω το Λονδίνο με τη Νέα Υόρκη. Η γοητεία κάθε τόπου είναι διαφορετική. Στο Λονδίνο με τράβηξε το γκλαμ ροκ. Στη Νέα Υόρκη με μαγνήτιζαν οι καινούριες μορφές τέχνης που αντιπροσώπευε ο Αντι Γουόρχολ. Με γοήτευαν αυτοί οι διαφορετικοί τρόποι έκφρασης. Είχα μεγάλη περιέργεια για τα καινούρια πράγματα που ξεκινούσαν σε αυτές τις πόλεις και τα ακολουθούσα».

36-80-c05

Απαθανατίζοντας τον «Ziggy Stardust»

Πάντα θυμάται την πρώτη γνωριμία με τον Ντέιβιντ Μπάουι, τον άνθρωπο με τα χίλια πρόσωπα, τον «Starman», τον «Πικάσο της ποπ» ή τον «Λεπτό λευκό δούκα», όπως τον αποκαλούσαν: «Δεν ήταν ένας συνηθισμένος performer. Hταν πολλά περισσότερα. Είχε μεγαλύτερο βάθος και διέθετε περισσότερη φαντασία από τους συνηθισμένους μουσικούς. Κατάλαβα αμέσως ότι έπαιζε με τα διαφορετικά μέσα έκφρασης και επικοινωνίας. Είδα ότι ήταν εμπνευσμένος από το σινεμά και συνδύαζε διάφορες ιδέες με τις δικές του αντιλήψεις με σκοπό να δημιουργήσει κάτι τολμηρό και καινούριο. Εξέφραζε πεποιθήσεις και ενδιαφέροντα στα οποία ήθελα να αναφερθώ και εγώ και να τα αναδείξω μέσα από τη δική μου δουλειά. Το πρόσωπο-κλειδί στην καριέρα μου ήταν ο μέχρι τότε φωτογράφος του Μπάουι, Mικ Ροκ.

Αυτός με βοήθησε. Αυτός ουσιαστικά αποφάσισε το αν θα έπρεπε να δουλέψω με τον Μπάουι ή όχι, και του είμαι εξαιρετικά ευγνώμων. Κι αυτό γιατί σε αυτόν ανέθεσε ο μάνατζερ του Μπάουι να αξιολογήσει τη δουλειά μου». Ως φωτογράφος μόδας το μάτι του έστηνε το κάδρο του διαφορετικά: «Ο Μπάουι ήταν όμορφος. Δούλευα όμως ήδη στην ανδρική μόδα και η ωραία του εμφάνιση δεν με έκανε να νιώθω άβολα. Ταυτόχρονα δεν ήταν ακόμα τόσο δημοφιλής, οπότε του πρόσφερα μερικά ποτήρια από το αγαπημένο του κρασί και χαλάρωνε για τη φωτογράφηση». Εκτοτε και για τα επόμενα σαράντα χρόνια, ο Μασαγιόσι Σουκίτα έγινε ο αγαπημένος φωτογράφος του θρυλικού Βρετανού καλλιτέχνη. «Εδειχνε σεβασμό προς το πρόσωπό μου ως καλλιτέχνη. Υποθέτω ότι κέρδισα αυτό τον σεβασμό όταν είδε πώς πολεμούσα με τη δισκογραφική του για να μη συμβιβαστεί σχετικά με την επιλογή των φωτογραφιών μου όταν ήταν να κυκλοφορήσει το “Heroes”, που είναι και η αγαπημένη μου φωτογραφία του».

238-1989-010

Ετσι κυκλοφόρησε το μαγικό «Heroes» που έγραψε τη δική του Ιστορία, με τη φωτογραφία του εξωφύλλου του άλμπουμ να είναι αντάξια του περιεχομένου του. «Ενώ βρισκόμασταν χρονικά και αισθητικά μέσα στην καρδιά του γκλαμ ροκ και αυτός έκανε τις πιο εκκεντρικές εμφανίσεις, στη συγκεκριμένη φωτογράφηση διάλεξε να εμφανιστεί με ένα δερμάτινο μπουφάν, τόσο απλά και φυσικά. Αυτό μου άρεσε σε αυτόν, δεν ακολουθούσε κάποια μόδα. Αντιθέτως, όταν έβλεπε όλον τον κόσμο με ένα στυλ, αυτός ήδη θα αναζητούσε το επόμενο».

Οι μνήμες από τη φωτογράφηση αυτή είναι ακόμα ζωντανές: «Δεν είμαι σίγουρος αν είναι ανέκδοτο το περιστατικό, αλλά δεν θα ξεχάσω το ότι στη φωτογράφηση του “Heroes”, σε ορισμένες όρθιες λήψεις, φαινόταν πως το παντελόνι του ήταν βρώμικο. Ηταν το προσωπικό του παντελόνι που δεν προοριζόταν για τη φωτογράφηση. Στην προσωπική του ζωή εξάλλου, συνήθιζε να φοράει τέτοιου είδους “φυσιολογικά” ρούχα. Ο κόσμος πίστευε ότι ήταν πολύ μέσα στη μόδα, κάτι το ασυνήθιστο και το εξτραβαγκάν όλη την ώρα, αλλά δεν ήταν έτσι». Μιλούσαμε για ώρα για την εικαστική αισθητική του εξωφύλλου του «Heroes», όταν ο Σουκίτα δήλωσε ότι το άλμπουμ αυτό διαχρονικά έχει το πιο ωραίο εξώφυλλο. Ακομπλεξάριστος, δίχως τη συστολή της ιαπωνικής μετριοφροσύνης, συμπλήρωσε: «Και ο πιο σημαντικός λόγος είναι επειδή την τράβηξα εγώ. Είμαι πραγματικά περήφανος γι’ αυτή τη δουλειά».

04-1972-c2-10

Ο Σουκίτα δεν ήταν όμως ο μοναδικός Ιάπωνας στη ζωή του Μπάουι, καθώς συνεργάστηκε και με τον Ριουίτσι Σακαμότο, συνθέτη και ηθοποιό με τον οποίο έπαιξαν στην ταινία «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς». Πάνω σε αυτή την παράδοξη για κάποιους συνεργασία ο Σουκίτα είπε: «Θα απαντήσω με μια δική μου εκτίμηση. Είχε πάντα την τάση να έλκεται από το διαφορετικό. Οπως ανέφερα, η κουλτούρα της Απω Ανατολής διαφέρει πολύ από αυτή του δυτικού κόσμου. Πρέπει να φάνηκε στα μάτια του μοναδική. Η ταινία με τον Σακαμότο αποτέλεσε μια καλή αφορμή να βιώσει περαιτέρω αυτή την κουλτούρα».

Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει τη λατρεία του κόσμου για τον χαμαιλέοντα της ροκ και κάνοντας και έναν απολογισμό της συνεισφοράς του στον μύθο Ντέιβιντ Μπάουι ανέφερε: «Εχει μια ποικιλία μεταμορφώσεων στη μουσική, στους στίχους, στη μόδα… Ηταν συνολικά μια πολύ ενδιαφέρουσα ύπαρξη. Είχα τη δυνατότητα να αιχμαλωτίσω τις καλύτερες στιγμές του τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αυτές οι εικόνες θα μείνουν για πάντα».