flamis.gr

Ο οδικός χάρτης της ανάκαμψης: Τι σηματοδοτούν για την ελληνική οικονομία το νέο πακέτο Λαγκάρντ και η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης

Από τη μία πλευρά η συμφωνία των 1,8 τρισ. ευρώ για το επταετές πλαίσιο του κοινοτικού προϋπολογισμού και το Ταμείο Ανάκαμψης και από την άλλη το νέο πακέτο μέτρων της ΕΚΤ, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την αύξηση του αποκαλούμενου «QE πανδημίας» στα 1,85 τρισ. ευρώ που εξήγγειλε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, αυξάνουν τις προσδοκίες για την ύπαρξη πλέον ενός οδικού χάρτη για την επανεκκίνηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, μεταξύ των οποίων και η ελληνική, μετά και τη μεγαλύτερη ύφεση των τελευταίων 70 ετών που γνώρισε ο κόσμος, ως απόρροια της πανδημίας.

Ορόσημο

Από το Ταμείο Ανάκαμψης, που αποτελεί ορόσημο και θα βοηθήσει στη μετάβαση στην πράσινη και στην ψηφιακή εποχή, η Ελλάδα δικαιούται εξάλλου 31,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 22,5 δισ. ευρώ υπό τη μορφή επιδοτήσεων, και είναι η τρίτη πιο ευνοημένη χώρα της ΕΕ (ως ποσοστό του ΑΕΠ).

Παράλληλα, η αύξηση του έκτακτου προγράμματος για την πανδημία (PEPP) κατά 500 δισ. ευρώ και η επέκτασή του κατά εννέα μήνες μέχρι τον Μάρτιο του 2022, με σκοπό να κρατήσει στα ιστορικά χαμηλά το κόστος δανεισμού κρατών και επιχειρήσεων (αλλά και η παράταση κατά 12 μήνες έως το τέλος του 2023 των επανεπενδύσεων ομολόγων), αυξάνουν τις δυνητικές αγορές των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ από τα 23-24 δισ. ευρώ σήμερα (έχουν αγοραστεί πάντως ήδη πάνω από 16 δισ. ευρώ) στα 31-32 δισ. ευρώ (σε ονομαστικούς όρους).

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί δικλίδα ασφαλείας και για εκδόσεις ελληνικού χρέους τα επόμενα χρόνια, την ώρα που το εκδοτικό πρόγραμμα π.χ. του 2021 αναμένεται να κυμανθεί στα 11-12 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο έλεγχος στην ουσία της καμπύλης των αποδόσεων στη ζώνη του ευρώ από την ΕΚΤ οδηγεί σε ράλι και τα ελληνικά ομόλογα, με τις αποδόσεις στις βραχυπρόθεσμες εκδόσεις να βρίσκονται πλέον σε αρνητικά επίπεδα, και το κόστος δανεισμού της Ελλάδας στην πενταετία να υποχωρεί μία ανάσα από το 0 (0,015%), ενώ σε νέο ιστορικό χαμηλό (έως 0,571%) υποχώρησε και η απόδοση του 10ετούς ομολόγου.

Ευνοϊκές συνθήκες

 

Αναλυτές ανέφεραν πως δεδομένης και της αναμενόμενης ύφεσης στην ευρωζώνη στο τέταρτο τρίμηνο εφέτος η ΕΚΤ δεν παρουσίασε κάποιο νέο «Μπαζούκα», αλλά προσπάθησε να διασφαλίσει ευνοϊκές νομισματικές συνθήκες ως την άνοιξη του 2022.

Οι εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας, συμπεριλαμβανομένων των εμβολιασμών, έδωσαν εξάλλου στην ΕΚΤ «βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι μέχρι το τέλος του 2021… θα έχουμε φτάσει σε μια ικανοποιητική ανοσία της αγέλης για να ελπίζουμε ότι… η οικονομία θα αρχίσει να λειτουργεί με πιο κανονικές συνθήκες» ανέφερε η Κριστίν Λαγκάρντ.

Σύμφωνα με την ίδια, η ΕΚΤ αναμένει πιο αργή ανάπτυξη του χρόνου λόγω των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, αλλά ταχύτερη ανάκαμψη το 2022, καθώς τα εμβόλια θα δημιουργήσουν ανοσία της αγέλης. Με βάση το  σενάριο των αναθεωρημένων προβλέψεων, αναμένεται αύξηση του ΑΕΠ της ευρωζώνης κατά 3,9% το 2021 (έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για αύξηση 5%) και 4,2% (έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 3,2%) για το 2022.

Το «δίχτυ» προστασίας

 

Σύμφωνα με τη Scope, το μεγάλο «δίχτυ» προστασίας που έχει απλώσει πάνω από την ευρωζώνη η ΕΚΤ αλλά και οι παρεμβάσεις της Κομισιόν θα  οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε ρυθμό ανάπτυξης 4,5% το 2021, ύστερα από ύφεση 10% περίπου εφέτος.

Οικονομολόγοι της Citigroup προβλέπουν ωστόσο πως η αύξηση του ΑΕΠ του 2021 για την Ελλάδα θα κυμανθεί στο 2,2%, αλλά θα εκτιναχθεί εξαιτίας και των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης στο 6,2% το 2022, για να κινηθεί στο 2,8% το 2023 και στο 2,5% το 2024. Τραπεζίτες εκτίμησαν πως τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να προσθέσουν 1,5% στο ετήσιο ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, καλύπτοντας έτσι και μέρος από το μεγάλο επενδυτικό κενό που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία.

Αφθονη ρευστότητα

 

Η ΕΚΤ επέκτεινε επίσης την περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες θα λαμβάνουν επιτόκιο 1% από την κεντρική τράπεζα για δανεισμό στις μακροχρόνιες δημοπρασίες της έως τον Ιούνιο του 2022, ενώ με στόχο να δώσει  άφθονη ρευστότητα θα πραγματοποιήσει τρεις επιπλέον δημοπρασίες για τριετή δάνεια, με την τελευταία τον Δεκέμβριο του 2021, και παρέτεινε μέχρι τον Ιούνιο του 2022 την αποδοχή χαλαρών απαιτήσεων ως ενέχυρα για τις τράπεζες.

Οι κινήσεις της ΕΚΤ παρέχουν μεγαλύτερη ευχέρεια στις εθνικές κυβερνήσεις να χρηματοδοτήσουν την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόζουν προκειμένου να περιορίσουν τις αρνητικές συνέπειες από την κρίση της πανδημίας.

Ως €80 δισ. ευρώ οι εισροές στην ελληνική οικονομία

 

Σύμφωνα με κορυφαίους τραπεζίτες για τα επόμενα 5-7 χρόνια, τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης (32 δισ. ευρώ) θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής Οικονομίας 1,5% – 2% παραπάνω από ό,τι θα επιτυγχανόταν υπό κανονικές συνθήκες, ενώ αν στα κεφάλαια αυτά προστεθούν και οι πόροι από τα διαρθρωτικά ταμεία, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και τα εθνικά αναπτυξιακά προγράμματα, τότε τα κεφάλαια που θα εισρεύσουν στην ελληνική Οικονομία θα ανέλθουν στα 80 δισ. ευρώ, ένα ισοδύναμο του 40% του ελληνικού ΑΕΠ.

Το ποσοστό των επιχορηγήσεων ως προς το ΑΕΠ που θα λάβει η Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι το τρίτο υψηλότερο μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών (10,3%), υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (3,1%). Σύμφωνα με συμπεράσματα  μελέτης, η άνοδος του ΑΕΠ στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες που αναμένεται να λάβουν και τις υψηλότερες επιχορηγήσεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) θα είναι συγκριτικά εντονότερη και θα προέλθει κυρίως από τις αναπτυξιακές δράσεις που θα υιοθετήσουν οι εν λόγω χώρες (άμεσες επιδράσεις).

Αμεσες και έμμεσες επιδράσεις από τις επιχορηγήσεις

 

Οι θετικές επιδράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται ότι θα είναι άμεσες, οι οποίες θα προκύψουν ως αποτέλεσμα των επενδύσεων που θα πραγματοποιηθούν αλλά και έμμεσες, μέσω των πολλαπλασιαστών της κατανάλωσης αλλά και των επενδύσεων. Επιπρόσθετα, αναμένονται και δευτερογενείς θετικές επιδράσεις, από την εν γένει τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την αλληλεπίδραση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μέσω των υφιστάμενων εμπορικών σχέσεων.
Σύμφωνα με το δυσμενέστερο σενάριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη μόνο τις άμεσες επιδράσεις των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και όχι τις έμμεσες και τις δευτερεύουσες, η αύξηση του ΑΕΠ της Ελλάδας υπολογίζεται σε 7,7% συνολικά για την επταετία 2021-2027, ή 1,1% ετησίως (ποσοστό του ΑΕΠ 2020).

Πενταετής δημοσιονομική χαλάρωση στην ευρωζώνη

 

Μετά τη δραστική παρέμβαση της Κριστίν Λαγκάρντ με την επέκταση – ποσοτική και χρονική – του «QE κατά του κορωνοϊού» – στους κόλπους της ευρωζώνης έχει ξεκινήσει η συζήτηση για τον χρόνο που θα απαιτηθεί να επιστρέψει η ευρωοικονομία σε ρυθμούς ανάκαμψης και πώς θα αντιμετωπιστούν τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος που εκτοξεύθηκαν στα ύψη την περίοδο της πανδημίας.

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες η Ιταλία (η κυβέρνηση Κόντε) έχει βάλει ήδη στο τραπέζι πρόταση να εγκριθεί πενταετής περίοδος δημοσιονομικής χαλάρωσης με ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, έτσι ώστε τα κράτη που παίρνουν τη σκυτάλη στήριξης και τους αναγκαίους πόρους από το πρόγραμμα της ΕΚΤ να εφαρμόσουν προγράμματα που θα αντιμετωπίζουν τις βαθιές πληγές που αφήνει πίσω της η πανδημία.

Επιμήκυνση του χρέους

 

Παράλληλα και πάντοτε σε συνεννόηση με την ΕΚΤ έχει ξεκινήσει η συζήτηση για τα χρέη του κορωνοϊού, τα οποία όπως όλα δείχνουν θα μεταφερθούν στο μέλλον προκειμένου κράτη και τράπεζες να μην αποσταθεροποιηθούν από τα εκρηκτικά μεγέθη που αναγκάζονται να δανειστούν, αλλά και από το νέο κύμα των κόκκινων δανείων που αναμένεται να εκδηλωθεί όσο οι οικονομίες βρίσκονται σε ύφεση.

Το ζήτημα της εξ ανάγκης διατήρησης της χαλαρότητας των δημοσιονομικών κανόνων, βάσει του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όχι μόνο κατανοούν αλλά και προωθούν οι υπουργοί Οικονομικών όλης της ευρωζώνης, κάτι που κατέστη απόλυτα σαφές στις τελευταίες συνεδριάσεις του Eurogroup.

Σύμφωνα, μάλιστα, με τον επίτροπο επί οικονομικών θεμάτων Πάολο Τζεντιλόνι «η μετάβαση στη νέα κανονικότητα θα πρέπει να γίνει με πολλή προσοχή» και αφού πρώτα έχει καταστεί σαφές ότι η ευρωζώνη έχει ξεπεράσει την κρίση που δημιούργησε η πανδημία, ενώ είναι απαραίτητη η αναθεώρηση του υπάρχοντος Συμφώνου Σταθερότητας προκειμένου να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Ο επίτροπος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην επανέλθει η διαδικασία του δημοσιονομικού ελέγχου για όλες τις χώρες, ανάλογα με την κατάσταση των επιμέρους οικονομιών, λέγοντας: «Δεδομένου του σημερινού υψηλού επιπέδου αβεβαιότητας, θα ήταν επικίνδυνο να αποσύρουμε τη δημοσιονομική στήριξη πολύ νωρίς ή πολύ αργά; Η πρόωρη απόσυρση της υποστήριξης θα έθετε σε κίνδυνο την εύθραυστη ανάκαμψη».

Υπέρ αυτής της άποψης τάχθηκε και η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία συμμετείχε στη συνεδρίαση, τονίζοντας ότι η ευρωζώνη δεν πρόκειται να επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα πριν από τo 2022, εκτίμηση την οποία κατέστησε σαφή και στη συνέντευξη της Πέμπτης μετά το πέρας της συνεδρίασης της ΕΚΤ.

Comments are closed.