Υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες και τις κορυφαίες μορφές του προπολεμικού ρεμπέτικου.
Αποτέλεσε πρότυπο μιας αυθεντικής μάγκικης αισθητικής, που καταξιώθηκε μέσα από τη στάση ζωής του. Γι’ αυτό του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «Αγγούρης», δηλαδή «ανυπότακτος», «ασυμβίβαστος», «δύσκολος», «ζόρικος».
Το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Παπάζογλου.
Πορεύτηκε περήφανα, ανυπόταχτος και συνεπής στις αρχές του. Δεν έσκυψε το κεφάλι μπροστά στους λογοκριτές της μεταξικής δικτατορίας και, όταν ήρθε η Κατοχή, πέταξε το όργανο και το κοστούμι του, άρπαξε ένα τσουβάλι και έκανε τον παλιατζή στις γειτονιές του Πειραιά, αρνούμενος να παίξει τα τραγούδια του για τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, την ώρα που ο λαός πέθαινε από την πείνα και τις κακουχίες.
Από τις ίδιες κακουχίες «έφυγε», χτυπημένος από τη φυματίωση, και ο ίδιος, σε ηλικία μόλις 47 ετών.
Μία από τις σπουδαιότερες μορφές που ανέδειξαν το Ρεμπέτικο και ο Πειραιάς έσβησε στις 27 Ιουνίου 1943.
Για την ιστορία… Η κηδεία του Βαγγέλη Παπάζογλου έγινε χωρίς παπά, καθώς ο ιερέας της ενορίας ήταν γνωστός μαυραγορίτης στα χρόνια της Κατοχής. Μια τελευταία λεπτομέρεια που μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με τη ζωή ενός ανθρώπου που δεν συμβιβάστηκε ποτέ


