flamis.gr

Ο Θεσμός της Νόμιμης Μοίρας

Της Δονάτης – Αλεξίας Καυκοπούλου, φοιτήτριας Νομικής

 

Η κληρονομική διαδοχή έχει δύο λόγους, το νόμο και την διαθήκη1. Η εκ διαθήκης διαδοχή είναι η διαδοχή που βασίζεται στην βούληση του διαθέτη, ο οποίος συντάσσει διαθήκη, ιδιόχειρη, δημόσια ή μυστική. Εν αντιθέσει, η εκ του νόμου διαδοχή ενεργοποιείται και επιφέρει έννομα αποτελέσματα, όταν ο κληρονομούμενος αποβιώσει όντας αδιάθετος, δηλαδή μη έχοντας συντάξει διαθήκη. Η διαδοχή εκ του νόμου διακρίνεται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και την αναγκαστική διαδοχή. Η πρώτη λαμβάνει χώρα όταν δεν έχει εκφραστεί νομίμως η βούληση του διαθέτη, ή έχει εκφραστεί αλλά είναι άκυρη ή ακυρώσιμη (π.χ  λόγω έλλειψης τήρησης του τύπου). Η αναγκαστική διαδοχή αποτελεί έναν ιδιόμορφο τρόπο διαδοχής, αφού παρότι έχει αποτυπωθεί η βούληση του διαθέτη με διαθήκη, ο νομοθέτης υπεισέρχεται σε αυτή, θέτοντας εκποδών μερικώς την ελευθερία της ιδιωτικής αυτονομίας, στην ειδικότερη έκφανσή της, την ελευθερία του «διατιθέναι»2. Όταν κάνουμε λόγο για αναγκαστική διαδοχή, εννοούμε κατ’ ακριβολογία τον θεσμό της νόμιμης μοίρας. Ποιο είναι το προστατευτικό της πεδίο; Τι εξυπηρετεί ο θεσμός αυτός; Ποια η βούληση του νομοθέτη με τη κατοχύρωσή της;

Προτού εκφράσουμε την σκοπιμότητα του εν λόγω θεσμού, κρίνω γόνιμο να κάνουμε μερικές ορολογικές διευκρινήσεις για τη πληρέστερη κατανόηση του θεσμού. Με τον όρο νόμιμη μοίρα εννοείται το νόμιμο μερίδιο, δηλαδή το μερίδιο που έχουν ορισμένοι στενοί συγγενείς (κατ’ αρχήν τα τέκνα και η σύζυγος) του κληρονομουμένου, το οποίο δεν δύναται αυτός να διαθέσει όπως επιθυμεί. Αποτελεί δηλαδή ένα ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας που επιφυλάσσεται υπέρ συζύγου και εγγύτερων κατιόντων και σε περίπτωση μη ύπαρξής τους, στους γονείς3Η νόμιμη μοίρα που ρυθμίζεται στα άρθρα 1825επ. του Αστικού Κώδικα, ισοδυναμεί με το μισό της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Δηλαδή, αν δεν υπήρχε διαθήκη, οι μεριδούχοι θα ήταν κληρονόμοι σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό που η εξ αδιαθέτου διαδοχή ορίζει, ενώ τώρα με την ύπαρξη της διαθήκης, οι μεριδούχοι μετέχουν μεν ως κληρονόμοι με άμεσο δικαίωμα, αλλά θα λάβουν το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους4. Η εν λόγω διάταξη, δεσμεύει ένα ποσοστό της κληρονομιάς προκειμένου να προστατέψει τα πρόσωπα. που αν δεν υπήρχε η διαθήκη, θα είχαν κληρονομικό δικαίωμα σε μεγαλύτερο ασφαλώς ποσοστό, αλλά επειδή συντάχθηκε διαθήκη, προστατεύονται στο βαθμό που αυτή προσβάλει τη νόμιμη μοίρα τους, η οποία φυσικά είναι το “50%” της εξ αδιαθέτου, καθώς αν ήταν ίδιο με την εξ αδιαθέτου θα παραμέριζε πλήρως τη βούληση του διαθέτη και θα ήτο παράνομο, διότι όλο το αστικό δίκαιο διέπεται από την ελευθερία της βούλησης των ιδιωτών, τόσο για τις δικαιοπραξίες εν ζωή, όσο και για εκείνες αιτία θανάτου, όπως είναι η διαθήκη. Ενεργοποιείται, δηλαδή, τόσο στη περίπτωση που προσβάλλεται καθολικά η νόμιμη μοίρα, όσο και όταν με τη διαθήκη έχει καταλειφθεί στον μεριδούχο μικρότερο ποσοστό από αυτό που ορίζει η αναγκαστική διαδοχή ή έχει μεν καταλειφθεί η νόμιμη μοίρα αλλά βεβαρημένη με περιορισμούς (π.χ μια εμπράγματη ασφάλεια)5.

Προσεγγίζοντας ιστορικά την αναγκαστική διαδοχή, παρατηρούμε ότι η Αναθεωρητική Επιτροπή του ΑΚ είχε επιρροές από το γαλλικό και το γερμανικό σύστημα αλλά ενσωμάτωσε ορισμένες πρωτοτυπίες, που από μερικούς νομικούς επιδοκιμάζονται ενώ από άλλους όχι6. Οι υπέρμαχοι του θεσμού, θεωρούν ότι το ius cogens στην διαδοχή ήταν απαραίτητο, ώστε να προστατεύεται η οικογένεια με την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου και να επισφραγίζονται οι ηθικοί δεσμοί των γονέων προς τα τέκνα. Θα ήταν ανήθικο, ισχυρίζονται, να εγκαθιστά κληρονόμους ο διαθέτης μακρινούς συγγενείς, φίλους ή ακόμα και ιδρύματα και να αποκλείει παντελώς τα τέκνα του και τη σύζυγό του ή τους γονείς του. Οι πολέμιοι, αξιολογούν αρνητικά αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διότι δέχονται ως απόλυτη αρχή την ελευθερία διάθεσης και δεν μπορούν να δεχθούν ότι το ιδιωτικό δίκαιο δεν αποτελεί κατ’ εξοχήν ενδοτικό δίκαιο αλλά εμπεριέχει διατάξεις που επεμβαίνουν στη βούληση των ιδιωτών. Εν προκειμένω, η επιτροπή έπρεπε να συμβιβάσει από τη μια πλευρά την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και ελευθερίας διάθεσης και από την άλλη την προστασία της οικογένειας, η οποία ως κέντρο των βιοτικών μας αναγκών απολαύει και Συνταγματικής προστασίας (21Σ). Αυτό επιτεύχθηκε με τις διατάξεις για την νόμιμη μοίρα, που ναι μεν θεωρούν έγκυρη τη διαθήκη όπως την ήθελε ο κληρονομούμενος, στο μέτρο όμως που δεν προσβάλει τη νόμιμη μοίρα των ως άνω προσώπων, με ένα σαφώς αρκετά μικρότερο ποσοστό από αυτό που θα είχαν σε περίπτωση της εκ νόμου εξ αδιαθέτου διαδοχής, δηλαδή της μη ύπαρξης διαθήκης.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κανείς να εκφράσει ευλόγως την απορία: Και αν είχε προηγηθεί ένα γεγονός με ιδιαίτερη απαξία που θα προσέκρουε στα χρηστά ήθη; Θα ήταν δίκαιο, λόγου χάρη, ένα τέκνο που σκότωσε τον πατέρα του να τον κληρονομήσει; Φυσικά αυτό θα ήταν παράλογο και αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (ΑΚ178). Ο νομοθέτης μεριμνά και παραθέτει περιοριστικά λόγους κάμψης των διατάξεων της νόμιμης μοίρας. Πρόκειται για τους λόγους της αποκλήρωσης που αναφέρονται στα ΑΚ 1839επ7. Αντίστοιχος τρόπος κάμψης υπάρχει και για τους υπόλοιπους λόγους διαδοχής, καθώς με δικαστική απόφαση κάποιος κληρονόμος εκπίπτει ως ανάξιος. Δηλαδή, ο νομοθέτης δεν ήθελε να υπάρχει απολυτότητα, διότι και η επίκληση των διατάξεων της νόμιμης μοίρας θα ήταν άλλοτε καταχρηστική (ΑΚ281). Σκοπός του νόμου είναι να άρει τις διακρίσεις από τους συγγενείς και να τους προστατεύσει ενδεχομένως από μια υποβαθμισμένη σε οικονομικό επίπεδο ζωή μετά τον θάνατο των στενών συγγενικώς προσώπων. Επιπλέον, απαραίτητο είναι να αναφέρουμε ότι χωρεί παραίτηση από την νόμιμη μοίρα, δηλαδή, αν θέλει ο μεριδούχος μπορεί να μην ασκήσει την αγωγή περί κλήρου. Κατά την κρατούσα, σε θεωρία και νομολογία, άποψη η μερική ακυρότητα της διαθήκης (στο βαθμό που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα) είναι σχετική, δηλαδή μπορεί να την επικαλεστεί μόνο ο μεριδούχος αν το επιθυμεί.

Έχοντας ήδη, αδρομερώς, παρουσιάσει τον ορισμό της νόμιμης μοίρας και προσεγγίσει τους λόγους για τους οποίους ο νομοθέτης υιοθέτησε αυτές τις διατάξεις, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις και ορισμένους προβληματισμούς μου, οι οποίοι μάλλον με οδηγούν στο να ταχθώ κατά της αναγκαστικής διαδοχής.

Οι διατάξεις της νόμιμης μοίρας, ενέχουν αποκαταστατικό χαρακτήρα, δηλαδή προσπαθούν να σταθμίσουν κάποιες αξίες, ώστε να τέμνουν στο «δίκαιο». Όμως, θεωρώ ότι για ένα ζήτημα μείζονος σημασίας, όπως αυτό, ο νόμος δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις ως προς τα όρια ελευθερίας του προσώπου να ρυθμίσει την περιουσία του εν ζωή, εν συγκρίσει με τη ρύθμιση της τύχης αυτής  μετά το θάνατο. Διότι η απόκτησή της απετέλεσε επιλογή του διαθέτη και συνεπώς και η τύχη της μετέπειτα κρίνω ορθό να αποτελεί αμιγώς επιλογή αυτού, όταν φυσικά δεν υπάρχουν ελαττώματα βούλησης (που τότε μπορεί να προσβληθεί ως ακυρώσιμη). Πρώτον, ο ένας λόγος ο οποίος επηρέασε τον νομοθέτη στην υιοθέτηση του θεσμού αυτού είναι η προστασία της οικογένειας. Και είμαι απολύτως σύμφωνη με την αξία της οικογένειας στην ελληνική κοινωνία. Όμως, η ένστασή μου, συνίσταται στο εξής: Θεωρώ προτιμότερο να κρίνουμε in concreto, δηλαδή εξατομικευμένα την κάθε περίπτωση στον δικαστικό αγώνα και την αναμόρφωση του δικαίου της αναγκαστικής διαδοχής στο σημείο αυτό. Δηλαδή, πιστεύω ότι η πρόνοια για την οικογένεια είναι απαραίτητη, αλλά μόνο όταν η οικογένεια το έχει πραγματικά ανάγκη. Στην ουσία, να διατυπωθεί μια περιπτωσιολογία, με τις συνθήκες που επιβάλλουν η κληρονομιά να αφεθεί στους συγγενείς, όταν αυτοί δεν μπορούν να βιοποριστούν εκ των πραγμάτων (παραδείγματος χάριν, όταν ο κληρονομούμενος έχει ανήλικα τέκνα ή τέκνα με ειδικές ανάγκες και ικανότητες). Θεωρώ ότι είναι ατελέσφορος ο θεσμός, όταν τα τέκνα έχουν αποκατασταθεί οικονομικά και έχουν ήδη ένα ποιοτικό βιοτικό επίπεδο, καθώς έτσι παρακάμπεται η αξιολόγηση που έκανε ο ίδιος ο διαθέτης. Μια ακόμη σκέψη που με ταλανίζει, είναι το ζήτημα της ηθικής. Προσωπικά, επειδή η Αναθεωρητική επιτροπή, επικαλέσθηκε λόγους συναισθηματικών δεσμών και ηθικής, θεωρώ ότι τα ανθρώπινα συναισθήματα δεν εδράζονται πάντοτε στους βιολογικούς δεσμούς αλλά και στους πνευματικούς – μη βιολογικούς. Ο διαθέτης, δηλαδή, που όλη του την κληρονομιαία περιουσία με διαθήκη την αφήνει σε ένα ίδρυμα για ΑΜΕΑ, ενδεχομένως να έχει αλτρουιστικά κίνητρα και να έχει κρίνει ότι τα δικά του τέκνα ή η σύζυγός του μπορούν κάλλιστα να βιοποριστούν από τις ήδη υπάρχουσες περιουσίες ή την επαγγελματική τους ανέλιξη ή τις δυνατότητες που έχουν εκ της φύσεως, εν συγκρίσει με τα άτομα που λόγω μια σωματικής ιδιαιτερότητας, δεν είναι σε θέση να εργαστούν και να αυτοσυντηρηθούν.

Δεν μπορώ, όμως, να παραβλέψω και την  άλλη όψη του νομίσματος, που ο διαθέτης δεν έχει τα προαναφερθέντα κίνητρα, αλλά κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα τέκνα του και αφήνει ολόκληρη την περιουσία σε ένα τέκνο ενώ στο άλλο τίποτε ή ακόμα και όταν παραμερίζει εντελώς τα τέκνα για μια ερωμένη, δίχως να εμφορείται με την αξία της οικογένειας και την αγάπη προς τα τέκνα του ή τη σύζυγό του. Αυτή η περίπτωση, με προβληματίζει αρκετά, διότι η θέση των συγγενών είναι σαφώς υποβαθμισμένη και σίγουρα τους δημιουργεί το αίσθημα της αδικίας, της περιθωριοποίησης, ακόμα και της απόρριψης. Είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση, που σίγουρα πρέπει να ρυθμιστεί εκ του νόμου. Αλλά δεν νομίζω ότι το ελάχιστο ποσοστό που εξασφαλίζει η νόμιμη μοίρα είναι αρκετό, ώστε να απαλείψει το αίσθημα της αδικίας που αισθάνονται οι συγγενείς, πολλώ δε μάλλον το αίσθημα της έλλειψης συναισθηματικών δεσμών από τον κληρονομούμενο. Και μόνον, άλλωστε, η πράξη του διαθέτη, αίσθημα στοργής και αίσθημα ενδιαφέροντος δεν αντικατοπτρίζει. Δηλαδή, εκ των πραγμάτων τα άτομα, έχουν αισθανθεί ότι ο δεσμός του κληρονομουμένου μαζί τους ήταν «χλιαρός» ή και ανύπαρκτος. Σαφώς αποκαθίσταται εν μέρει το δίκαιο, αλλά μην οδηγούμαστε σε αυταπάτες, ο ηθικός- συναισθηματικός λόγος τον οποίο η επιτροπή επικαλέστηκε είναι ήδη κλονισμένος και με τα υλικά αγαθά φρονώ πως δεν αντικαθίσταται πλήρως. Έτσι, αισθάνομαι ότι το προβάδισμα πρέπει να δοθεί στην ελευθερία του «διατιθέναι» και μόνο όταν συντρέχει λόγος πραγματικής ανάγκης των εξ αδιαθέτου κληρονόμων να κάμπτεται, καθώς πρέπει να δίνουμε το προβάδισμα στην αγαθή και ηθική βούληση, κι όχι στην τυπική, διότι προσωπική μου άποψη είναι ότι ένας άνθρωπος δεν θα πρέπει να έχει υποχρέωση μόνο βάσει των συγγενικών δεσμών, αλλά και βάσει δεσμών που ανάγονται στην δική του κοσμοθεωρία και για τον «μέσο» άνθρωπο θεωρούνται ηθικοί. Άλλωστε, κατ’ εμέ, τα υλικά αγαθά αποτελούν το μέσο για την επίτευξη μιας ποιοτικής βιωτής, κι όχι ενός άκρατου πλουτισμού. Επομένως, ο νομοθέτης θα ήταν γόνιμο να κρίνει αν η κληρονομιαία περιουσία επιτελεί το «ηθικό» της έργο, με την ελευθερία της βούλησης του διαθέτη ή όχι.


Βιβλιογραφία:
1)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.11-14.

2)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.227-228.

3)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.232-234.

4)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.235-236.

5)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.241-260.

6)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.229.

7)Γεωργιάδης Απόστολος. Εγχειρίδιο Κληρονομικού Δικαίου. Εκδόσεις Σάκκουλα: Αθήνα, 2014, σελ.304-319.

Υλικό χρησιμοποιήθηκε απο τις παραδόσεις του κληρονομικού δικαίου στην Νομική του ΕΚΠΑ, απο τη καθηγήτρια Ι.Κονδύλη.

Comments are closed.