Όταν ακούμε το όνομα 𝗙𝗮𝗰𝘁𝗼𝗿𝘆 𝗥𝗲𝗰𝗼𝗿𝗱𝘀,
το μυαλό πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στους 𝗝𝗼𝘆 𝗗𝗶𝘃𝗶𝘀𝗶𝗼𝗻. Και δικαιολογημένα.
Όμως η Factory ήταν πολύ περισσότερα από μια δισκογραφική που συνδέθηκε με μία από τις σημαντικότερες μπάντες του post-punk.
Στο Μάντσεστερ, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο 𝗧𝗼𝗻𝘆 𝗪𝗶𝗹𝘀𝗼𝗻 και οι συνεργάτες του άρχισαν να δημιουργούν κάτι που δύσκολα χωρούσε στον παραδοσιακό ορισμό μιας δισκογραφικής εταιρείας.
Η μουσική, η γραφιστική, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, οι συναυλίες και αργότερα η club culture άρχισαν να αποτελούν κομμάτια του ίδιου κόσμου.
Στον κατάλογο της 𝗙𝗮𝗰𝘁𝗼𝗿𝘆 δεν υπήρχαν μόνο δίσκοι. Υπήρχαν αφίσες, βίντεο, εκδηλώσεις, αντικείμενα και χώροι.
Κάθε κυκλοφορία αποκτούσε έναν αριθμό 𝗙𝗔𝗖 ή 𝗙𝗔𝗖𝗧, δημιουργώντας έναν κατάλογο που έμοιαζε περισσότερο με αρχείο μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής σκηνής παρά με απλή δισκογραφία.
Πέρα από τους 𝗝𝗼𝘆 𝗗𝗶𝘃𝗶𝘀𝗶𝗼𝗻, υπήρχε
ένας ολόκληρος κόσμος από μπάντες που σήμερα είναι πολύ λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό.
Οι 𝗔 𝗖𝗲𝗿𝘁𝗮𝗶𝗻 𝗥𝗮𝘁𝗶𝗼 ήταν από τις πιο χαρακτηριστικές.
Το post-punk συναντούσε το funk, την ηλεκτρονική μουσική και τους χορευτικούς ρυθμούς, δημιουργώντας έναν ήχο που δεν χωρούσε εύκολα σε μία κατηγορία.
Από τις πρώτες κυκλοφορίες τους μέχρι
το 𝗦𝗲𝘅𝘁𝗲𝘁 και το 𝗪𝗶𝗹𝗱 𝗣𝗮𝗿𝘁𝘆, η πορεία τους δείχνει ακριβώς αυτή την πλευρά της Factory: την ανάγκη να δοκιμάζει συνεχώς κάτι διαφορετικό. Το 𝗪𝗶𝗹𝗱 𝗣𝗮𝗿𝘁𝘆 κυκλοφόρησε το 1985 ως 𝗙𝗔𝗖 𝟭𝟮𝟴.
Οι 𝗦𝗲𝗰𝘁𝗶𝗼𝗻 𝟮𝟱, οι 𝗧𝗵𝗲 𝗗𝘂𝗿𝘂𝘁𝘁𝗶 𝗖𝗼𝗹𝘂𝗺𝗻,
οι 𝗧𝗵𝗲 𝗪𝗮𝗸𝗲, οι 𝗖𝗿𝗶𝘀𝗽𝘆 𝗔𝗺𝗯𝘂𝗹𝗮𝗻𝗰𝗲,
οι 𝗦𝘁𝗼𝗰𝗸𝗵𝗼𝗹𝗺 𝗠𝗼𝗻𝘀𝘁𝗲𝗿𝘀, οι 𝗤𝘂𝗮𝗻𝗱𝗼 𝗤𝘂𝗮𝗻𝗴𝗼, οι 𝗦𝘄𝗮𝗺𝗽 𝗖𝗵𝗶𝗹𝗱𝗿𝗲𝗻 και οι
𝗧𝗵𝗲 𝗥𝗼𝘆𝗮𝗹 𝗙𝗮𝗺𝗶𝗹𝘆 & 𝘁𝗵𝗲 𝗣𝗼𝗼𝗿 συμπληρώνουν ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο παράξενο μουσικό τοπίο από αυτό που συνήθως θυμόμαστε όταν ακούμε το όνομα Factory.
Ένα από τα πράγματα που έκαναν τη 𝗙𝗮𝗰𝘁𝗼𝗿𝘆 ξεχωριστή ήταν ότι αντιμετώπισε το εξώφυλλο ως κάτι περισσότερο από συσκευασία.
Ο 𝗣𝗲𝘁𝗲𝗿 𝗦𝗮𝘃𝗶𝗹𝗹𝗲 δημιούργησε μια οπτική γλώσσα που έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της εταιρείας.
Τυπογραφία, φωτογραφία, χρώμα, γεωμετρία και έργα τέχνης συναντούσαν τη μουσική.
Αυτό φαίνεται σε κυκλοφορίες των
𝗝𝗼𝘆 𝗗𝗶𝘃𝗶𝘀𝗶𝗼𝗻, των 𝗡𝗲𝘄 𝗢𝗿𝗱𝗲𝗿,
των 𝗦𝗲𝗰𝘁𝗶𝗼𝗻 𝟮𝟱, των 𝗔 𝗖𝗲𝗿𝘁𝗮𝗶𝗻 𝗥𝗮𝘁𝗶𝗼
και των 𝗧𝗵𝗲 𝗗𝘂𝗿𝘂𝘁𝘁𝗶 𝗖𝗼𝗹𝘂𝗺𝗻. Το 𝗣𝗼𝘄𝗲𝗿, 𝗖𝗼𝗿𝗿𝘂𝗽𝘁𝗶𝗼𝗻 & 𝗟𝗶𝗲𝘀 των 𝗡𝗲𝘄 𝗢𝗿𝗱𝗲𝗿,
για παράδειγμα, καταγράφεται ως 𝗙𝗔𝗖𝗧 𝟳𝟱 και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της σχεδιαστικής φιλοσοφίας της Factory.
Αν όμως υπάρχει ένα σημείο όπου η
Factory σταμάτησε να είναι απλώς δισκογραφική εταιρεία και έγινε ολόκληρη κουλτούρα, αυτό ήταν το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮.
Το κλαμπ άνοιξε στο Μάντσεστερ στις
21 Μαΐου 1982 και καταγράφηκε στον κατάλογο της Factory ως 𝗙𝗔𝗖 𝟱𝟭.
Δεν ήταν απλώς ένας χώρος όπου έπαιζαν οι καλλιτέχνες της εταιρείας.
Ήταν ένα πείραμα πάνω στη μουσική,
την αρχιτεκτονική, τον σχεδιασμό και τη νυχτερινή ζωή.
Η παρουσία των 𝗡𝗲𝘄 𝗢𝗿𝗱𝗲𝗿 ήταν σημαντική, αλλά το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στο τι άρχισε να συμβαίνει γύρω από τον χώρο.
Το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮 έγινε σημείο συνάντησης διαφορετικών μουσικών κόσμων.
Το post-punk άρχισε να συναντά τη funk,
την ηλεκτρονική μουσική και τη χορευτική κουλτούρα.
Καλλιτέχνες και DJs από διαφορετικές πλευρές της σκηνής περνούσαν από τον ίδιο χώρο, ενώ η Factory συνέχιζε να αντιμετωπίζει το κλαμπ σαν ακόμη ένα κομμάτι του ευρύτερου καλλιτεχνικού της σχεδίου.
Το 1983, μάλιστα, η Factory κατέγραψε
στον κατάλογό της το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮 𝟭 𝗬𝗲𝗮𝗿
ως 𝗙𝗔𝗖 𝟴𝟯, ενώ λίγο αργότερα εμφανίζονται στον ίδιο κατάλογο και άλλα σχετικά projects, από την κατασκευή και τις εκδηλώσεις μέχρι αφίσες και ειδικές κυκλοφορίες.
Το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮 έγινε τελικά ένα από τα σημαντικότερα σημεία της μουσικής ιστορίας του Μάντσεστερ.
Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στο τι ακούστηκε εκεί, αλλά στο ότι αποτέλεσε έναν χώρο όπου η μουσική άρχισε να λειτουργεί μαζί με την εικόνα, τον χορό,
την αρχιτεκτονική και τη νυχτερινή ζωή.
Και αυτό ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το μεγάλο πείραμα της Factory.
Μέσα σε αυτή τη μετάβαση βρίσκονται φυσικά οι 𝗡𝗲𝘄 𝗢𝗿𝗱𝗲𝗿.
Από το 𝗠𝗼𝘃𝗲𝗺𝗲𝗻𝘁 μέχρι το 𝗕𝗹𝘂𝗲 𝗠𝗼𝗻𝗱𝗮𝘆 και το 𝗣𝗼𝘄𝗲𝗿, 𝗖𝗼𝗿𝗿𝘂𝗽𝘁𝗶𝗼𝗻 & 𝗟𝗶𝗲𝘀, η μπάντα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς συνδέσμους ανάμεσα στο post-punk και την ηλεκτρονική μουσική. Το 𝗕𝗹𝘂𝗲 𝗠𝗼𝗻𝗱𝗮𝘆 καταγράφηκε ως 𝗙𝗔𝗖 𝟳𝟯, ενώ το 𝗣𝗼𝘄𝗲𝗿, 𝗖𝗼𝗿𝗿𝘂𝗽𝘁𝗶𝗼𝗻 & 𝗟𝗶𝗲𝘀 ως 𝗙𝗔𝗖𝗧 𝟳𝟱.
Όμως η ιστορία τους έχει μεγαλύτερη σημασία όταν τη δούμε μέσα στο σύνολο: όχι ως συνέχεια των 𝗝𝗼𝘆 𝗗𝗶𝘃𝗶𝘀𝗶𝗼𝗻, αλλά ως μέρος μιας πόλης που άλλαζε μουσικά και πολιτιστικά.
Η 𝗙𝗮𝗰𝘁𝗼𝗿𝘆 Records δεν δημιούργησε
απλώς έναν ήχο.
Δημιούργησε μια αισθητική.
Οι αριθμοί 𝗙𝗔𝗖, τα εξώφυλλα του Peter Saville, οι αφίσες, τα βίντεο, οι μπάντες,
το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮, οι DJs, οι χώροι και οι άνθρωποι που κινούνταν γύρω από όλα αυτά έγιναν κομμάτια ενός ενιαίου κόσμου.
Και ίσως γι’ αυτό, τόσες δεκαετίες αργότερα, η Factory εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον.
Όχι μόνο για τους 𝗝𝗼𝘆 𝗗𝗶𝘃𝗶𝘀𝗶𝗼𝗻.
Αλλά για όλα όσα συνέβησαν γύρω τους.
Για τις μπάντες που έμειναν στη σκιά.
Για τα εξώφυλλα που έγιναν έργα τέχνης.
Για το 𝗛𝗮𝗰̧𝗶𝗲𝗻𝗱𝗮.
Και κυρίως για την ιδέα ότι μια δισκογραφική εταιρεία μπορούσε, έστω για λίγο, να λειτουργήσει σαν ένα μεγάλο καλλιτεχνικό εργαστήριο.
By #𝗙𝘂𝗻𝗸𝘆𝗖𝗿𝗮𝗻𝗸𝘆


