ΤΟΥ δημοσιογράφου ΔΙΟΝΥΣΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΥ

Τις τελευταίες μέρες αναθερμάνθηκαν τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, με επικρατέστερο αυτό ενός εκλογικού αιφνιδιασμού από το Μέγαρο Μαξίμου, στις αρχές του φθινοπώρου, μετά από την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ.
Παρά τις περί του αντιθέτου πρωθυπουργικές διαβεβαιώσεις, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι οι εκλογές θα διεξαχθούν στο τέλος της τετραετίας.
Ιδίως, μάλιστα, αν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι αυτή συμπίπτει με την ανάληψη από τη χώρα της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, τότε θα πρέπει να υπάρχει μια σταθερή κυβέρνηση, ούτε κατά διάνοια ένα έλλειμμα διακυβέρνησης.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο χρόνος της διεξαγωγής των εκλογών είναι στο χέρι του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος εννοείται ότι θα επιλέξει την ευνοϊκότερη για το κυβερνών κόμμα συγκυρία. Άλλωστε, το στήσιμο των καλπών δεν προαναγγέλλεται.
Όμως, είναι σύνηθες το φαινόμενο, κάθε φορά που η χώρα εισέρχεται σε μια παρατεταμένη εκλογολογία, η κρατική μηχανή να «παραλύει», τελώντας σε μια κατάσταση αναμονής, με το μυαλό των στελεχών της να είναι στραμμένο στην επόμενη μέρα.
Ασφαλώς, ανέκαθεν ίσχυε αυτό. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι, μετά από μισό και πλέον αιώνα ομαλού κοινοβουλευτικού βίου, δεν έχουμε καταφέρει να εξασφαλίσουμε τη συνέχεια του κράτους, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, κενών διακυβέρνησης και πολιτικών συνθηκών. Και δεν την έχουμε εξασφαλίσει, γιατί δεν έχουμε εμπεδώσει την αναγκαιότητά της.
Ωστόσο, πέραν αυτής της κοινής διαπίστωσης, η χώρα δεν μπορεί ν’ αντέξει μια παρατεταμένη εκλογολογία, ιδίως στην τρέχουσα κρίσιμη διεθνή συγκυρία, με τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή να είναι μεν απροσδιόριστες, αλλά δεδομένες.
Επομένως, εν μέσω μιας προεκλογικής περιόδου, στην οποία έχουμε επί της ουσίας εισέλθει, είναι προφανές ότι είμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα ανεπιθύμητο μείγμα, που κάνει ζημιά στην πραγματική οικονομία. Καλό θα ήταν αυτό να το αποφύγουμε…


