Ως αποτέλεσμα η Σνάιντερ πάλεψε για χρόνια με τον εθισμό στα ναρκωτικά και την ψυχική της υγεία μετά την κυκλοφορία της ταινίας. Η ιστορία της ζωντάνεψε στη μεγάλη οθόνη μέσα από το Being Maria (Την έλεγαν Μαρία), με πρωταγωνιστές τον Ματ Ντίλον και την Αναμαρία Βαρτολομέι. Ο Ματ Ντίλον υποδύεται τον απόλυτο σταρ της εποχής Μάρλον Μπράντο, ενώ η Αναμαρία Βαρτολομέι ενσαρκώνει τη Σνάιντερ. Η ταινία της Γαλλίδας σκηνοθέτιδας Τζέσικα Παλούντ βασίζεται στα απομνημονεύματα της δημοσιογράφου Βανέσα Σνάιντερ, ξαδέλφης της Μαρίας, που εκδόθηκαν το 2018.
«Ήταν πραγματικά μια τραυματική εμπειρία για εκείνη»
«Πρέπει να εξετάσουμε το πλαίσιο της εποχής που γυρίστηκε το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Έχουν περάσει πια 50 χρόνια» δηλώνει ο Ματ Ντίλον στο BBC.
«Ήταν μια διαφορετική εποχή, αλλά είναι σημαντικό να το βλέπουμε τώρα από μια νέα οπτική. Ήταν πραγματικά μια τραυματική εμπειρία για τη Μαρία. Και όχι μόνο τη στιγμή που συνέβη, αλλά και αργότερα, καθώς την καταδίωκε σε όλη της τη ζωή με διάφορους τρόπους».
Το Being Maria καταγράφει το παρελθόν της Σνάιντερ: ήταν παιδί μιας εξωσυζυγικής σχέσης του διάσημου Γάλλου ηθοποιού Ντανιέλ Ζελίν με ένα μοντέλο από τη Ρουμανία. Γνώρισε τον πατέρα της στην εφηβεία της και εκείνος την σύστησε στα κινηματογραφικά πλατό.
Το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι ήταν ο πρώτος της πρωταγωνιστικός ρόλος. Σε συνέντευξή της το 2007, όταν ήταν πια 50 ετών, θυμήθηκε πως είχε ενδοιασμούς για την ταινία, αλλά της είπαν ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί να δουλέψει με τον Μάρλον Μπράντο, έναν από τους μεγαλύτερους σταρ του 20ού αιώνα.
Θυμήθηκε με οργή τη μέρα των γυρισμάτων της περιβόητης σκηνής, όπου ο χαρακτήρας της βιάζεται από τον Πολ χρησιμοποιώντας βούτυρο ως λιπαντικό.
«Αυτή η σκηνή δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο. Η αλήθεια είναι πως την ιδέα την είχε ο Μάρλον. Μου το ανακοίνωσαν λίγο πριν γυρίσουμε τη σκηνή και ήμουν τόσο θυμωμένη… Ένιωσα ταπεινωμένη, και για να είμαι ειλικρινής, ένιωσα κάπως σαν να με βίασαν, τόσο από τον Μάρλον όσο και από τον Μπερτολούτσι. Μετά τη σκηνή, ο Μάρλον δεν με παρηγόρησε, ούτε μου ζήτησε συγγνώμη. Μου είπε μόνο: “Μαρία, μην ανησυχείς, είναι απλώς μια ταινία”. Αλλά στη σκηνή, παρόλο που αυτό που έκανε ο Μάρλον δεν ήταν αληθινό, εγώ έκλαιγα με αληθινά δάκρυα».
Ο Μπερτολούτσι, σε συνέντευξή του το 2013, εξήγησε πως ήθελε τη σκηνή όπου ο Μπράντο χρησιμοποιεί βούτυρο ως λιπαντικό για να βιάσει τη Σνάιντερ να είναι όσο πιο ρεαλιστική γίνεται. Και μάλιστα συνωμότησαν πίσω από την πλάτη της Μαρία Σνάιντερ για το γύρισμα.
«Ήθελα να αντιδράσει ως κορίτσι, όχι ως ηθοποιός. Ήθελα να νιώσει ταπείνωση». Ωστόσο, ο Ματ Ντίλον ξεκαθαρίζει: «Αυτό που συνέβη ήταν πραγματικά λάθος».
«Ως ηθοποιοί, συχνά δεν λέμε στον συμπρωταγωνιστή μας τι θα κάνουμε ή ο σκηνοθέτης μάς ενθαρρύνει να μην αποκαλύψουμε τις προθέσεις μας, ώστε να έχουμε μια αληθινή αντίδραση» λέει ο Ματ Ντίλον. «Αλλά ήταν πραγματικά λάθος να γίνει κάτι τέτοιο σε μια σκηνή τόσο ευαίσθητη».
Η σκηνοθέτιδα της Being Maria, Τζέσικα Παλούντ, δήλωσε στο BBC ότι η αναπαράσταση της σκηνής του βιασμού «δεν μπορούσε να αποφευχθεί» όμως αυτή τη φορά, το κοινό βλέπει τα γεγονότα από την οπτική της Μαρίας Σνάιντερ. «Δεν μπορούσα να παραλείψω αυτή τη σκηνή, γιατί ήταν η στιγμή που άλλαξε εντελώς η ζωή της. Από εκεί και πέρα, όλα πήγαν στραβά» εξηγεί η Παλούντ. «Ήταν σημαντικό να τη δείξουμε από τη δική της πλευρά, να νιώσουμε το σώμα της, το βλέμμα της, αυτό που βίωσε. Και να θυμίσουμε πως υπήρχαν μάρτυρες: η Μαρία κακοποιούνταν μπροστά σε όλο το συνεργείο, που απλώς παρακολουθούσε χωρίς να αντιδρά».
Αυτή τη φορά, η σκηνή προετοιμάστηκε με τη βοήθεια ενός intimacy coordinator (συντονιστή οικειότητας), τον οποίο ο 61χρονος Ντίλον συνάντησε για πρώτη φορά στην καριέρα του. «Ρώτησα τον συντονιστή: “Ξέρετε για ποια σκηνή πρόκειται;” Και μου απάντησε “ναι”.
Οι intimacy coordinators, που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι μεταξύ ηθοποιών και παραγωγής στις σκηνές σεξ ή στα γυμνά, έχουν γίνει όλο και πιο διαδεδομένοι στη βιομηχανία του κινηματογράφου μετά το κίνημα #MeToo. Όταν η παρουσία τους δεν γίνεται δεκτή, αποτελεί είδηση, όπως στην περίπτωση της Μάικι Μάντισον στην οσκαρική ταινία Anora, ή όταν η Γκουίνεθ Πάλτροου αποκάλυψε ότι ζήτησε από τον συντονιστή να «μείνει λίγο πιο πίσω» στις ερωτικές της σκηνές με τον Τιμοτέ Σαλαμέ στο Marty Supreme.
«Δεν νομίζω ότι είναι κάτι κακό. Νομίζω πως μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι πολύ χρήσιμο,» λέει ο Ντίλον για τον ρόλο των συντονιστών. «Φαίνεται πως ο στόχος τους είναι να αποτρέψουν τους ηθοποιούς από το να παραβιάζουν όρια, αλλά στην πραγματικότητα, δημιουργούν σαφή όρια που προσφέρουν νέους τρόπους προσέγγισης αυτών των σκηνών. Ελπίζω να εξελιχθεί έτσι και να μην το βλέπουν οι ηθοποιοί ως έναν μηχανισμό ελέγχου».
Πρόσθεσε ότι ο ίδιος και η συμπρωταγωνίστριά του, Αναμαρία Βαρτολομέι, ένιωσαν πολύ άνετα στα γυρίσματα.
Η Βαρτολομέι (γνωστή και από το Happening, ταινία που πραγματεύεται τις παράνομες αμβλώσεις) δήλωσε ότι, παρά την ασφάλεια που ένιωσε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της σκηνής, δεν κατάφερε να συγκρατήσει τη συναισθηματική της φόρτιση. «Αυτή η σκηνή ήταν πραγματικά βίαιη» παραδέχεται στο BBC.
«Δεν μπορώ να φανταστώ πώς ένιωσε η Μαρία, γιατί για εκείνη ήταν αληθινό. Εγώ απλώς την υποδύομαι. Αλλά σε εκείνη συνέβη στ’ αλήθεια και δεν είχε κανέναν να τη στηρίξει. Γύρω της υπήρχαν μόνο άνθρωποι που παρακολουθούσαν χωρίς να κάνουν τίποτα.
Νομίζω πως η βία εκείνης της στιγμής ήταν διπλή, γιατί η Μαρία δεν είχε τη στήριξη που είχα εγώ στο γύρισμα – και παρόλα αυτά, ακόμα και για μένα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ήμουν τόσο φορτισμένη εκείνη τη μέρα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Νιώθω πως συσσώρευσα τη βία της σκηνής όταν την είδα στην οθόνη. Όταν ήρθε η στιγμή να την παίξω, τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. Είναι πραγματικά σκληρό. Και είναι τρελό να σκεφτεί κανείς πως κάποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο».

Το βάρος της ξαφνικής διασημότητας
Η Μαρία Σνάιντερ δεν ήταν μόνο επαγγελματικά απροστάτευτη στα γυρίσματα, αλλά δεν είχε και την εμπειρία να καταλάβει ότι ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι δεν μπορούσε να την υποχρεώσει να γυρίσει τη διαβόητη σκηνή. «Έπρεπε να είχα καλέσει τον ατζέντη μου ή τον δικηγόρο μου στο σετ, γιατί κανείς δεν μπορεί να σε αναγκάσει να κάνεις κάτι που δεν είναι στο σενάριο, αλλά τότε δεν το ήξερα» θα έλεγε αργότερα.
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο η εμπειρία της στα γυρίσματα που σημάδεψε τη ζωή της, αλλά και η αίσθηση που προκάλεσε το Last Tango in Paris όταν κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1972. Παρά – ή ίσως και εξαιτίας – της απαγόρευσης ή της λογοκρισίας σε διάφορες χώρες, η ταινία απέφερε περίπου 36 εκατομμύρια δολάρια μόνο στις ΗΠΑ, ενώ στη Γαλλία, θεατές περίμεναν στην ουρά για δύο ή περισσότερες ώρες για να αγοράσουν εισιτήριο.
Η ανισότητα μεταξύ του σκηνοθέτη, του Μάρλον Μπράντο και της Σνάιντερ έγινε εμφανής: οι κριτικές ανέδειξαν τον Μπερτολούτσι ως έναν μεγάλο δημιουργό, ενώ τόσο αυτός όσο και ο Μπράντο προτάθηκαν για Όσκαρ. Ο τελευταίος, που την ίδια περίοδο γύριζε και τον Νονό του Κόπολα, έβγαλε περίπου 3 εκατομμύρια δολάρια από το Last Tango, αφού είχε ποσοστό από τα κέρδη. Αντίθετα, η Σνάιντερ έλαβε μόλις 4.000 δολάρια. Στην ταινία εμφανίζεται γυμνή, ολόκληρο το σώμα της, ενώ ο Μπράντο όχι.
Η ξαφνική διασημότητα έγινε όλο και πιο δύσκολα διαχειρίσιμη. Σε συνεντεύξεις τότε είχε πει ότι είχε κοιμηθεί με 50 άνδρες και 20 γυναίκες και είχε δοκιμάσει ηρωίνη – δηλώσεις που αργότερα αποκάλυψε πως δεν ήταν αληθινές.
«Ο κόσμος με έβλεπε ως ένα καυτό χαζό κορίτσι» είχε πει. «Ήμουν τρομοκρατημένη. Να είσαι ξαφνικά διάσημη σε όλο τον κόσμο ήταν τρομακτικό. Δεν είχα σωματοφύλακες όπως έχουν σήμερα. Οι άνθρωποι πίστευαν πως ήμουν όπως ο χαρακτήρας μου στην ταινία, κι εγώ έλεγα ψέματα στον Τύπο για να φτιάξω μια εικόνα – αλλά αυτό δεν ήμουν εγώ… Αυτό με τρέλανε. Έμπλεξα με τα ναρκωτικά… Ήταν ένας τρόπος να ξεφύγω από την πραγματικότητα. Ήταν η δεκαετία του ’70, και τότε αυτά συνέβαιναν».
Η ξαδέλφη της, Βανέσα Σνάιντερ, δήλωσε ότι η ηθοποιός ήταν επίσης θύμα των πουριτανικών αντιλήψεων της εποχής: «Για τους συντηρητικούς θεατές, ήταν μια “εύκολη” γυναίκα που έκανε πορνογραφία. Αυτό ήταν βάναυσο για εκείνη, ειδικά αφού δεν της ταίριαζε καθόλου – ήταν αρκετά σεμνή, εσωστρεφής και συντηρητική σε πολλά θέματα».
«Ο κόσμος νόμιζε πως ήμουν όπως το κορίτσι της ταινίας, αλλά αυτό δεν ήμουν εγώ» δήλωσε η Μαρία Σνάιντερ σε συνέντευξή της το 2007. «Ένιωθα πολύ λυπημένη, γιατί με αντιμετώπιζαν ως σύμβολο του σεξ. Ήθελα να με αναγνωρίζουν ως ηθοποιό, αλλά όλο το σκάνδαλο και οι συνέπειες της ταινίας με τρέλαναν και έπαθα νευρικό κλονισμό». Είχε αποκαλύψει επίσης ότι σε εκείνη την περίοδο της ζωής της, είχε αποπειραθεί να βάλει τέλος στη ζωή της.
Αργότερα, η Σνάιντερ κατάφερε να απεξαρτηθεί, αλλά παρά τις περίπου 50 ταινίες που γύρισε (ανάμεσά τους το εξαιρετικά επιτυχημένο The Passenger του 1975 με τον Τζακ Νίκολσον), το Last Tango in Paris ήταν το έργο για το οποίο τη ρωτούσαν πάντα. Πέθανε από καρκίνο το 2011.
«Το θλιβερό είναι ότι η Μαρία Σνάιντερ έδωσε μια απίστευτη ερμηνεία σε εκείνη την ταινία» λέει ο Ματ Ντίλον. «Και μπορείς να δεις πώς η καριέρα της θα μπορούσε να είχε πάρει μια εντελώς διαφορετική τροπή. Αλλά ήδη είχε τόσες δυσκολίες απέναντί της. Η οικογενειακή της κατάσταση ήταν ένα χάος. Οι γονείς της την εγκατέλειψαν, και στη συνέχεια την εγκατέλειψαν και οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκε. Νομίζω ότι αυτή η αίσθηση εγκατάλειψης την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή».
Η Σνάιντερ δεν ήταν η μόνη ηθοποιός της εποχής που υπέφερε εξαιτίας μιας ερωτικής ταινίας. Η Σίλβια Κριστέλ βίωσε κάτι παρόμοιο μετά την επιτυχία της ταινίας «Εμμανουέλλας» (Emmanuelle – 1974), το οποίο περιλάμβανε επίσης σκηνή βιασμού. Δεν ήταν όμως μόνο οι γυναίκες που υπέφεραν από ταινίες με σεξουαλικό περιεχόμενο. Αργότερα, η Σνάιντερ είχε πει πως «ακόμα και ο Μπράντο είπε ότι αισθάνθηκε βιασμένος και χειραγωγημένος» κατά τη διάρκεια της επίμαχης σκηνής.
«Ήταν η εποχή των σκηνοθετών-σταρ» λέει η Άννα Σμιθ, οικοδέσποινα του podcast Girls on Film, στο BBC. «Και το μοτίβο φαίνεται να ήταν κυρίως ισχυροί άνδρες σκηνοθέτες που εκμεταλλεύονταν και εκφόβιζαν νεότερες ηθοποιούς».
«Υπήρχε αυτή η αντίληψη ότι ο σκηνοθέτης ήταν ο απόλυτος δημιουργός» λέει η Αναμαρία Βαρτολομέι.
«Τον αντιμετώπιζαν σαν γκουρού της σκηνοθεσίας, και όλοι γύρω του τον άκουγαν σαν να ήταν Θεός. Νομίζω ότι αυτό ήταν το πρόβλημα τότε. Σήμερα, όμως, είμαστε πιο προστατευμένες, η φωνή μας ακούγεται και έχει αξία – κάτι που τότε δεν συνέβαινε».
