flamis.gr

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ: Η καλή λογοτεχνία σε πάει παραπέρα…

Ξεκίνησε τη συγγραφική πορεία της το 1975, με την ποιητική συλλογή «Πλην Εύχαρις», που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ολκός, του στενού της φίλου και μετέπειτα διευθυντή της «Καθημερινής», αείμνηστου Αντώνη Καρκαγιάννη. «Εκείνος με έσπρωξε να δημοσιεύσω τα πρώτα μου ποιήματα. Τότε κάθε εκδοτικός οίκος σήμαινε συγκεκριμένα πρόσωπα, παρέες, ιστορίες. Αυτά αποτελούσαν τις αόρατες σελίδες του, που συνόδευαν τις τυπωμένες και ορατές σελίδες», θυμάται. Σαράντα πέντε χρόνια και πολλά βιβλία μετά, με πιο πρόσφατο το «Διηγήματα» (Καστανιώτης), η Ρέα Γαλανάκη ανακαλεί τη συγκίνηση εκείνης της εποχής αλλά δεν θέλει να κάνει οποιονδήποτε απολογισμό. «Τον αναθέτω στο φιλάργυρο ταμείο του χρόνου», λέει.

– Υποθέτω ότι είχατε ξεκινήσει να γράφετε πολύ πριν από την έκδοση εκείνης της ποιητικής συλλογής… Ποια ήταν η θεματολογία στα πρώτα σας κείμενα;
– Εγραφα ποιηματάκια από το δημοτικό, ημερολόγια εφηβείας και άλλα ποιήματα, μέχρι κι ένα ανόητο θεατρικό έργο είχα γράψει. Ωστόσο, γύρω στα είκοσί μου έγινε μια βαθιά τομή: έκαψα όλα τα παραπάνω μέσα στο μικρό φοιτητικό μου διαμέρισμα σε μια στιγμή αφάνταστης οδύνης. Οταν πια ξανάγραψα, άρχισαν να βγαίνουν τα ποιήματα της πρώτης μου συλλογής, από τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχω αλλάξει ούτε λέξη.

– Ποια είναι τα αναγνώσματα που σας έχουν καθορίσει μέχρι σήμερα;
– Και πάλι τα βιβλία οδηγούν σκιές ανθρώπων, ιδίως όσο κλείνει ο κύκλος. Ανασκάπτοντας θεμέλια, ο σπουδαίος φιλόλογος του Ηρακλείου Μενέλαος Παρλαμάς, μας δίδαξε εκτός ύλης στον «Κοραή» Ερωτόκριτο και Μακρυγιάννη από τις εκδόσεις Γαλαξία, και με τον δικό του τρόπο Σολωμό, ενώ μας έφερε να ακούσουμε στην τάξη το «Αξιον εστί», που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Ξεχωρίζω τον Ερωτόκριτο, ένα είδος προφορικής αισθηματικής αγωγής στην Κρήτη, επειδή με βοήθησε να υπερασπιστώ τον πρώτο μου έρωτα και να νικήσω, με απώλειες έστω. Τα έργα του Καζαντζάκη, ακόμη και την «Οδύσσεια», τα είχα ήδη διαβάσει. Στα εφηβικά θεμέλια στηρίχθηκε η μέχρι σήμερα καθημερινή μαθητεία μου, με βαθιές επιρροές από την παγκόσμια λογοτεχνία.

– Ποια είναι, τελικά, τα στοιχεία που κάνουν ένα βιβλίο κατ’ αρχάς επιτυχημένο και στη συνέχεια κλασικό; Τι έχετε καταλάβει τόσα χρόνια στο «εκδοτικό κουρμπέτι»;
– Μακάρι να το ήξερα, όλα θα ήταν πιο εύκολα – με μια τοξική όμως ευκολία. Οσο για το «εκδοτικό κουρμπέτι», όπως λέτε, άλλαξε στο πέρασμα του χρόνου, όπως όλοι, όλα.

– Τα βιβλία σας που είχαν τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία ήταν αυτά που εσείς θεωρούσατε καλύτερα;
– Στο δικό μου μυαλό τα βιβλία μου δεν καταχωρίζονται ως καλύτερα ή χειρότερα, ούτε ως «εμπορικά» ή μη. Οι προσωπικές μου κατατάξεις είναι άλλου τύπου. Οι αναγνώστες, το πιο πιθανό, μπορούν να κατατάξουν τα βιβλία ενός συγγραφέα σε καλύτερα ή χειρότερα. Οι δε βιβλιοπώλες ορίζουν την εμπορικότητά τους. Με την ευκαιρία να πω ότι ο αχταρμάς των ευπώλητων, δηλαδή των πιο εμπορικών βιβλίων, έχει προκαλέσει ανήκεστο βλάβη στο καλό βιβλίο.

– Μερικά από τα πιο δημοφιλή βιβλία σας βασίζονται σε ιστορικά πρόσωπα. Με ποια κριτήρια τα επιλέγετε και τα τοποθετείτε στον δικό σας κόσμο, της λογοτεχνίας;
– Πρόκειται για δραματικές μορφές από παλιά ακούσματα ή από κάθε λογής διαβάσματα, που έρχονται ξάφνου να με συναντήσουν σε ένα μοιραίο ραντεβού. Με συγκινεί ο βίος τους, ο συνήθως ξεχασμένος, αν και με τον τρόπο του σπουδαίος. Διότι χωρίς συγκίνηση δεν υπάρχει έναρξη γραφής. Αυτή, ωστόσο, η εναρκτήρια συγκίνηση ελέγχεται συνέχεια από τη λογική και τη συγγραφική εμπειρία, εφόσον στόχος είναι να ξεπεραστεί ακόμη και το ίδιο το ιστορικό πρόσωπο, η εποχή του, για να γίνει ο μυθιστορηματικός ήρως πανανθρώπινος, διαχρονικός. Αλλωστε, στη λογοτεχνία ο χρόνος, ιστορικός ή μη, δεν έχει τόση σημασία. Είναι απλώς η πύλη εισόδου προς το ανθρώπινο δράμα. Το λεγόμενο, ωστόσο, «ιστορικό» μυθιστόρημα απαιτεί επιπρόσθετη μελέτη, επειδή ανοίγεται ένας απαιτητικός διάλογος ανάμεσα στην εποχή του ήρωα και την εποχή του συγγραφέα.

i-kali-logotechnia-se-paei-parapera0
Ρέα Γαλανάκη, «Διηγήματα», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 176. Περιέχει όλα τα διηγήματά της από το 1984 έως το 2018.

– Εντεκα διηγήματα, έντεκα διαφορετικές ματιές στην πραγματικότητα και τον μύθο: ξεχωρίζετε κάποιο από αυτά;
– Η «Ιστορία της Ολγας», υπαρκτού προσώπου στις αρχές του 20ού, αποτέλεσε την «επίσημη στροφή» μου προς την πεζογραφία. Αγαπώ, ωστόσο, και τα έντεκα διηγήματα. Σημαίνουν πολλά για μένα.

– «Να μας πάνε παραπέρα», διαβάζω στο οπισθόφυλλο. Πώς μας πάει παραπέρα η λογοτεχνία;
– Αν «δεν μας πηγαίνει παραπέρα» η καλή λογοτεχνία, τότε δεν έχει νόημα να διαβάζουμε. Δεν μιλώ μόνο για τον αναγνώστη. Ακόμη κι εγώ, όταν τελειώνω το γράψιμο ενός βιβλίου, δεν είμαι ακριβώς η ίδια. Επειδή ακόμη μία φορά έχω αναμετρηθεί με το παρελθόν και το παρόν μου, με τα προβλήματα της κοινωνίας που ζω, με τη μητρική μου γλώσσα, με την ίδια τη λογοτεχνική παράδοση.

– Αγαπούν οι Ελληνες αναγνώστες τα διηγήματα; 
– Αγαπούν την καλή λογοτεχνία, όχι φυσικά επειδή «είναι Ελληνες»· το ίδιο συμβαίνει με τους απανταχού αναγνώστες, τουλάχιστον στην εποχή μας. Το λογοτεχνικό είδος (διήγημα ή μυθιστόρημα) δεν έχει κατά βάθος σημασία, όσο η λογοτεχνική αξία ενός πεζογραφικού κειμένου. Θα έλεγα πως η καλή λογοτεχνία δεν εγκλωβίζεται ούτε σε είδη, ούτε σε μόδες, ούτε καν στις κριτικές αποτιμήσεις της. Αρμενίζει στον δικό της πλου, με δική της πυξίδα – κατά παράξενο τρόπο τόσο μόνη και τόσο συντροφική. Απαιτούνται ωστόσο γνώσεις, άσκηση, εσωτερική καλλιέργεια, πείσμα, για να επιχειρήσει κάποιος αυτό το σύντομο ή μακρύ ταξίδι στη γραφή.

– Ως κόρη γιατρών και σύζυγος γιατρού (σ.σ. του Ηλία Κούβελα, ομότιμου καθηγητή Φυσιολογίας στην Ιατρική Σχολή της Πάτρας) πώς βλέπετε τη μάχη της Ιατρικής απέναντι στον κορωνοϊό;
– Και χωρίς αυτό το στενό ιατρικό περιβάλλον, απλώς και μόνον από κοινή λογική όσο και από ανθρώπινη αξιοπρέπεια, υποκλίνομαι μπροστά στη μάχη της Ιατρικής με το καινούργιο θανατικό. Κανένας άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Εκτός από τους γιατρούς και νοσηλευτές, σέβομαι βαθύτατα και όσους δίνουν κάθε μέρα τη δική τους, την πιο ταπεινή κι ανώνυμη, στη δουλειά τους. Εξίσου βαθιά οργίζομαι, από την άλλη, με την ανθρωποκτόνο επιπολαιότητα, τη δεισιδαιμονία, τη βλακεία, απ’ όπου κι αν προέρχονται.

– Εσείς φοβάστε τον ιό;
– Ναι, φοβάμαι. Οχι τον θάνατο καθεαυτόν (που πάντα ευχόμαστε να έρθει «ανώδυνος, ειρηνικός και αναμάρτητος»), όσο το απίστευτο βασανιστήριο που προηγείται και την ταλαιπωρία στα υπερπλήρη νοσοκομεία.

– Πώς φαντάζεστε τον κόσμο μας μετά το τέλος της πανδημίας;
– Ανυπομονώ να ξαναγίνει το ανθρώπινο σώμα μη επικίνδυνο. Το σώμα (δεν διαχωρίζω το σώμα από την ψυχή) είναι για μένα η συγκλονιστική μονάδα που εμπεριέχει το σύνολο της ζωής. Ομως η οικονομία, η εργασία, γενικά η κοινωνία όπως την ξέραμε, σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, θα έχουν δραματικά και ανεπίστρεπτα αλλάξει, κι όχι πάντοτε προς το κοινό καλό.

Comments are closed.