flamis.gr

Τα fake «likes» και η ολιγωρία του Facebook

Προσπάθησε αρχικά να λύσει το πρόβλημα εκ των έσω. Στα δυόμισι χρόνια εργασίας της ως αναλύτρια δεδομένων στο Facebook, η Σόφι Ζανγκ είχε εντοπίσει, από την Αλβανία έως το Αζερμπαϊτζάν, από την Ονδούρα έως την Ινδία και σε πολλές ακόμη χώρες, δίκτυα χειραγώγησης της δημοφιλίας των ψηφιακών αναρτήσεων πολιτικών και κυβερνήσεων.

Ειδοποίησε τους ανωτέρους της και τους έδωσε χρόνο ώστε να λύσουν το πρόβλημα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις διαπίστωσε αδράνεια και ολιγωρία. Οι προτεραιότητες του μέσου κοινωνικής δικτύωσης φάνηκε πως ήταν διαφορετικές και σε αρκετές χώρες η πιθανή παραπλάνηση των χρηστών διαιωνιζόταν για μήνες.

Τον Σεπτέμβριο του 2020, μετά την απόλυσή της από το Facebook, η ιστοσελίδα BuzzFeed News δημοσίευσε αποσπάσματα από μια σχετική αναφορά της. Στις 12 Απριλίου 2021 η βρετανική εφημερίδα Guardian παρουσίασε εκτενώς τα ευρήματά της και η Ζανγκ μίλησε τότε για πρώτη φορά δημόσια. Μια από τις κύριες διαπιστώσεις της ήταν ο μηχανισμός δημιουργίας ψευδαίσθησης δημοφιλίας που χρησιμοποιούσαν πολιτικοί, υποψήφιοι εκλογικών αναμετρήσεων και καθεστώτα ανά τον κόσμο.

Φούσκωναν τον αριθμό των «likes» στις αναρτήσεις τους όχι με τη διάδραση πραγματικών χρηστών, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μέσω λογαριασμών που αντιστοιχούσαν σε επαγγελματικές ιστοσελίδες και είχαν φτιαχτεί με τρόπο ώστε να μοιάζουν με πραγματικούς ανθρώπους.

«Η δουλειά μου στο Facebook ήταν να εντοπίζω τη μη αυθεντική δραστηριότητα, δηλαδή ψεύτικους λογαριασμούς αλλά και λογαριασμούς οι οποίοι είτε είχαν χακαριστεί είτε εν γνώσει των χρηστών χρησιμοποιούνταν από άλλους για να προβαίνουν σε likes, σχόλια και κοινοποιήσεις αναρτήσεων», λέει η Ζανγκ στην «Κ», σε επικοινωνία μέσω Skype από τις ΗΠΑ.

Διευκρινίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραπλανητικής δραστηριότητας γίνεται στους λογαριασμούς απλών χρηστών και αποστολή της ήταν να επικεντρώνεται σε αυτό το κομμάτι. Ωστόσο, η ίδια ξεκίνησε να ερευνά παράλληλα τι μπορεί να συμβαίνει συντονισμένα και στον χώρο της πολιτικής.

ta-fake-likes-kai-i-oligoria-toy-facebook-i-analytria-sofi-zangk-milaei-stin-k0Σόφι Ζανγκ: «Δυστυχώς το Facebook είναι μια εταιρεία και στόχος του είναι να βγάλει χρήματα, όχι να σώσει τον κόσμο»

«Δεν ερευνούσα συγκεκριμένες χώρες εξαρχής, αλλά έψαχνα σε διεθνή κλίμακα και συστηματικά», λέει. Σύμφωνα με ορισμένες από τις διαπιστώσεις της, στη διάρκεια έξι εβδομάδων, από τον Ιούνιο έως και τον Ιούλιο του 2018, οι αναρτήσεις του προέδρου της Ονδούρας έλαβαν «likes» από 59.100 χρήστες, εκ των οποίων πάνω από 78% δεν ήταν αληθινοί άνθρωποι.

Ακόμη, βάσει στοιχείων που δημοσίευσε η εφημερίδα Guardian, η καθυστερημένη αντίδραση του Facebook ήταν εμφανής. Χρειάστηκε να περάσουν 259 ημέρες για να αντιμετωπίσουν ύποπτη δραστηριότητα στην Παραγουάη αφού τους επισημάνθηκε. Αντίστοιχα, για το Αζερμπαϊτζάν πέρασαν 426 ημέρες.

«Δυστυχώς το Facebook είναι μια εταιρεία και στόχος του είναι να βγάλει χρήματα, όχι να σώσει τον κόσμο, όπως ακριβώς δεν περιμένουμε μια καπνοβιομηχανία να αποζημιώσει το εθνικό σύστημα υγείας κρατών για την περίθαλψη που λαμβάνουν καπνιστές οι οποίοι νόσησαν από καρκίνο στον πνεύμονα. Θεωρώ ότι το Facebook απλώς σκέφτηκε ότι η Αλβανία, η Ονδούρα, το Αζερμπαϊτζάν, δεν ήταν αρκετά σημαντικές χώρες για να ασχοληθεί», λέει η Ζανγκ σχετικά με την αδράνεια του μέσου κοινωνικής δικτύωσης παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε η ίδια για να επισημάνει το πρόβλημα.

Μετά την απόλυσή της είχε προσφερθεί να παραμείνει στο Facebook χωρίς αμοιβή και να συνεχίσει την έρευνά της ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο. Η πρότασή της δεν έγινε δεκτή.

Οι συνέπειες της παραπλάνησης

«Τόσοι πολιτικοί έκριναν ότι είναι πολύτιμη για τους ίδιους αυτή η πρακτική και δεν τους ένοιαζε εάν θα τους πιάσουν»

Η χειραγώγηση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης είχε απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τις ΗΠΑ στις προεδρικές εκλογές του 2016. Τότε οι επίμαχες ενέργειες είχαν συνδεθεί από τους Αμερικανούς με την επέμβαση ρωσικών τρολ.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις που απασχόλησαν τη Ζανγκ υπάρχει μια σημαντική διαφορά. «Στην Ονδούρα ή στο Αζερμπαϊτζάν ήταν οι δικές τους κυβερνήσεις που ευθύνονταν, και αυτό θεωρώ ότι είναι πιο σοβαρό», λέει.

Ερωτηθείσα από την «Κ» για το ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτής της παραπλανητικής δραστηριότητας στον πραγματικό κόσμο, εξηγεί ότι δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια. «Ομως κανείς δεν γίνεται πρόεδρος μιας χώρας με το να είναι αδαής ή σπαταλώντας χρήματα χωρίς αντίκρισμα. Τόσο πολλοί πολιτικοί έκριναν ότι είναι σημαντική και πολύτιμη για τους ίδιους αυτή η πρακτική και δεν τους ένοιαζε εάν θα τους πιάσουν», επισημαίνει. Η ίδια εξηγεί ότι αυτή η παραπλανητική διάδραση θα μπορούσε να δημιουργήσει καχυποψία στους πολίτες, να μη γνωρίζουν πλέον τι να πιστέψουν, ή να πείθονται από ανεδαφικά επιχειρήματα υποτιθέμενων αληθινών χρηστών της πλατφόρμας.

Το Facebook, σε ανακοινώσεις εκπροσώπων του που έχουν δημοσιευτεί στον διεθνή Τύπο, αρνείται όσα υποστηρίζει η Ζανγκ σχετικά με τις προτεραιότητές του και ισχυρίζεται ότι προσπαθεί συστηματικά να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μη αυθεντικής δραστηριότητας. Η Ζανγκ επισημαίνει στην «Κ» ότι μέχρι στιγμής δεν προκύπτει από τις ανακοινώσεις του μέσου κοινωνικής δικτύωσης να έχει αλλάξει κάτι στην πολιτική του. «Για αυτό μιλώ δημόσια», επισημαίνει.

Σχετικά με το εάν εντόπισε κάτι ύποπτο και στην Ελλάδα, η πρώην εργαζόμενη του Facebook αναφέρει ότι δεν είχε δει κάτι αξιοσημείωτο κατά το διάστημα της έρευνάς της, μέχρι τον περασμένο Αύγουστο, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει ότι υπήρχε προηγουμένως ή υπάρχει έκτοτε ανάλογη δραστηριότητα. «Η αναλογία θα ήταν σα να λέει ένας αστυνομικός ότι δεν διαπράττονται εγκλήματα επειδή δεν έχει συλλάβει ο ίδιος κάποιον δράστη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγινε κάποιο έγκλημα, απλά ότι ο ίδιος δεν το ανακάλυψε. Ημουν ένα άτομο που έψαχνα γενικά, σε παγκόσμια κλίμακα», λέει.

Οι «autolikers»

Πέρα από το κομμάτι της πολιτικής, στον κόσμο των απλών χρηστών και της ψευδούς δημοφιλίας αναρτήσεων η Ζανγκ μιλάει για το φαινόμενο των «autolikers». Λέει ότι είναι σύνηθες κυρίως στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Μέση Ανατολή, στην Ινδία και στη Λατινική Αμερική. Ουσιαστικά οι χρήστες, προκειμένου να εξασφαλίσουν «likes» από άλλους αληθινούς χρήστες, δίνουν σε μια εφαρμογή τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους λογαριασμούς τους εν γνώσει ή εν αγνοία τους, ώστε και αυτοί να αλληλεπιδρούν σε άλλες αναρτήσεις. Δημιουργείται ουσιαστικά ένα οικοσύστημα κατευθυνόμενων, άρα μη αυθεντικών αλληλεπιδράσεων.

«Δυστυχώς είναι αρκετά δημοφιλής τακτική σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Πολλοί χρήστες θεωρούν ότι κερδίζουν κάτι δωρεάν, αλλά ορισμένες φορές μπορεί να μη γνωρίζουν ότι τους χρησιμοποιούν», λέει η Ζανγκ.

Comments are closed.