Το 1977, οι Sex Pistols προκαλούσαν στην τηλεόραση, οι Clash έγραφαν μανιφέστα και οι Damned έμοιαζαν έτοιμοι να γκρεμίσουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Μέσα σε όλο αυτό το χάος, εμφανίστηκαν οι Stranglers με το ντεμπούτο τους, Rattus Norvegicus, έναν δίσκο που κάθε άλλο παρά διακριτικός ήταν.
Μόνο που οι Stranglers δεν έμοιαζαν απόλυτα με κανέναν από τους υπόλοιπους.
Είχαν την επιθετικότητα της εποχής, αλλά ταυτόχρονα κάτι πιο σκοτεινό, πιο παράξενο και, κυρίως, πολύ πιο μουσικό. Δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να χωρέσουν σε ένα συγκεκριμένο καλούπι.
Το Rattus Norvegicus ακούγεται σαν να βγήκε από έναν βρόμικο υπόνομο, πήρε μερικές ιδέες από το art rock και το progressive, τις πέταξε μέσα σε έναν ενισχυτή και αποφάσισε να τις κάνει να ξεσπάσουν.
Οι Hugh Cornwell, Jean-Jacques Burnel, Dave Greenfield και Jet Black δεν ήταν πιτσιρικάδες που μόλις είχαν πιάσει τα όργανά τους. Ήταν μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι από πολλά από τα συγκροτήματα της εποχής.
Ο Cornwell είχε αυτή την ψυχρή, ειρωνική ερμηνεία που μπορούσε να γίνει απειλητική χωρίς να χρειάζεται να φωνάξει. Ο Burnel έπαιζε το μπάσο σαν πρωταγωνιστικό όργανο, ο Greenfield έβαζε πλήκτρα εκεί που κανείς δεν τα περίμενε και ο Jet Black κρατούσε τα πάντα δεμένα.
Αυτός ο συνδυασμός ήταν και το μεγάλο τους πλεονέκτημα.
Οι Stranglers μπορούσαν να είναι επιθετικοί χωρίς να περιορίζονται από αυτό.
Το Sometimes ανοίγει τον δίσκο με δύναμη, ενώ από την αρχή καταλαβαίνεις ότι τα πλήκτρα του Greenfield δεν είναι απλή διακόσμηση. Στο Goodbye Toulouse η ατμόσφαιρα γίνεται πιο σκοτεινή, ενώ το London Lady δείχνει την πιο δηλητηριώδη πλευρά του Cornwell.
Δεν χρειάζεται όμως να σταθούμε σε κάθε τραγούδι ξεχωριστά.
Ολόκληρος ο δίσκος κινείται γύρω από τη βία, τη μοναξιά, τη βαρεμάρα, την παράνοια και έναν μόνιμο κυνισμό. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάθεση για μεγάλα μηνύματα. Οι Stranglers μοιάζουν περισσότερο με τύπους που κοιτάζουν τον κόσμο, καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά και αποφασίζουν να γελάσουν μαζί του.
Και αυτό το μαύρο χιούμορ είναι σημαντικό κομμάτι της γοητείας τους.
Το Hanging Around είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πόσο καλά ήξεραν να γράφουν τραγούδια. Η μπασογραμμή του Burnel κολλάει αμέσως, τα πλήκτρα του Greenfield δίνουν χαρακτήρα και ο Cornwell τραγουδάει με αυτή την υπέροχη αδιαφορία. Και είναι από εκείνα τα κομμάτια που, χρόνια μετά την κυκλοφορία του δίσκου, συνέχισαν να παίζουν σαν τρελά στα μαγαζιά. Όχι άδικα. Έχει αυτό το groove που σε τραβάει χωρίς να χρειάζεται να κάνει επίδειξη.
Και κάπου εδώ καταλαβαίνεις ότι πίσω από όλη τη βρωμιά και την επιθετικότητα υπήρχε μια μπάντα που ήξερε πραγματικά να γράφει τραγούδια.
Και μετά έρχεται το Peaches.
Το τραγούδι που τους χάρισε προβλήματα με το BBC, αλλά και μεγάλη επιτυχία. Έχει ένα εκπληκτικό groove, χαρακτηριστικό μπάσο και μια ερμηνεία του Cornwell που αντιμετωπίζει όλο το σκηνικό σχεδόν με βαρεμάρα.
Το (Get A) Grip (On Yourself) είναι ίσως το πιο άμεσα πιασάρικο τραγούδι του δίσκου. Έχει ενέργεια, χιούμορ και ένα ρεφρέν που δείχνει ότι οι Stranglers μπορούσαν να γράψουν κάτι σχεδόν ποπ χωρίς να χάσουν την περίεργη προσωπικότητά τους.
Και μετά έρχεται το Down in the Sewer.
Ένα μεγάλο, πολυμερές κομμάτι που ξεφεύγει από τη λογική ενός απλού τραγουδιού και ανοίγει χώρο για αλλαγές, ατμόσφαιρες και progressive περάσματα. Ακούγεται σαν κατάδυση όλο και πιο βαθιά κάτω από την πόλη, μέχρι να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να γυρίσεις πίσω.
Το εξώφυλλο του Rattus Norvegicus είναι σχεδόν τέλειο για τη μουσική που περιέχει. Το σκοτεινό φόντο και όλη αυτή η βρώμικη αισθητική δεν προσπαθούν να σου πουλήσουν κάτι όμορφο.
Σου λένε από την αρχή πού βρίσκεσαι.
Το Rattus Norvegicus κυκλοφόρησε στις 15 Απριλίου 1977 και έφτασε μέχρι το Νο. 4 των βρετανικών charts.
Και για μένα, η πραγματική του σημασία βρίσκεται αλλού.
Οι Stranglers έδειξαν ότι μπορούσες να ανήκεις στη νέα σκηνή χωρίς να ακολουθείς όλους τους κανόνες της. Μπορούσες να είσαι επιθετικός και ταυτόχρονα μελωδικός. Να έχεις πλήκτρα, ατμόσφαιρα και μεγάλες μουσικές ιδέες χωρίς να χάσεις την αμεσότητα.
Δεν προσπάθησαν να γίνουν οι πιο θορυβώδεις, οι πιο πολιτικοί ή οι πιο ακραίοι τύποι του 1977.
Προσπάθησαν να γίνουν οι Stranglers.
Και αυτό ήταν αρκετό.
Γιατί το Rattus Norvegicus είναι ένας δίσκος βρόμικος, περίεργος, επιθετικός και συχνά υπέροχα κακόβουλος.
Δεν είναι τέλειος. Δεν χρειάζεται να είναι.
Έχει τραγούδια που σε αρπάζουν από τον λαιμό, άλλα που σε κάνουν να χαμογελάς και μερικά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι ακριβώς είχαν στο μυαλό τους.
Αλλά αυτή είναι και η γοητεία του.
Το 1977 όλοι έμοιαζαν να κοιτάζουν μπροστά και να μιλούν για το μέλλον.
Οι Stranglers προτίμησαν να κοιτάξουν κάτω.
Και εκεί βρήκαν τον δικό τους ήχο.


