flamis.gr
Ενημερωτικό Portal, Πάτρα, Αχαΐα

To american dream άρχισε στα Σεπόλια

Οι περίοικοι στις πολυκατοικίες γύρω από τα γηπεδάκια μπάσκετ του Τρίτωνα στα Σεπόλια είχαν πιάσει από νωρίς τις θέσεις τους χαζεύοντας και φωτογραφίζοντας όσα συνέβαιναν εκεί το βράδυ της Τρίτης, στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας «Ανοδος: Η ιστορία των Αντετοκούνμπο».

Η αλήθεια είναι πως από παλιά είχαν καλή θέα στις προσπάθειες του Γιάννη Αντετοκούνμπο και των αδελφών του, την εποχή ακόμη που εκείνοι ταλαιπωρούσαν τις μπασκέτες των ανοιχτών γηπέδων· όμως κανείς τους δεν θα μπορούσε να φανταστεί την εξωφρενική συνέχεια. Την Τρίτη ο Γιάννης έφτασε στον ίδιο αυτό, ιστορικό πια, χώρο ολόλαμπρος και χαμογελαστός, παρέα με τη μητέρα, τα αδέλφια του αλλά και μερικούς ακόμη συμπαίκτες του στους Μιλγουόκι Μπακς (Πατ Κόνατον, Τζόρνταν Νουόρα, Τζεβόν Κάρτερ), που ήρθαν για να τον τιμήσουν στην ξεχωριστή περίσταση. Αντιθέτως, ελάχιστοι έως καθόλου από τους «σελέμπριτι» που συνήθως κατακλύζουν τέτοιου είδους πρεμιέρες, έκαναν την εμφάνισή τους στο αυτοσχέδιο θερινό σινεμά που στήθηκε στον Τρίτωνα. Στη θέση τους προφανώς προσκλήθηκαν άλλοι λιγότερο επιφανείς, αλλά σημαντικοί για την οικογένεια Αντετοκούνμπο, μαζί βέβαια με τα δεκάδες παιδιά της ακαδημίας μπάσκετ «Antetokoubros», που φώναξαν με την ψυχή τους συνθήματα με τα ονόματα των ινδαλμάτων τους.

Ο Ελληνας αστέρας εξέπεμπε μια έλξη σχεδόν βαρυτική, σαν αυτή που αναγκάζει τρεις και τέσσερις αντιπάλους να τον μαρκάρουν μέσα στα γήπεδα του μπάσκετ.

Αλλωστε, τι να τους κάνεις τους ντόπιους ανθυποσελέμπριτι, όταν έχεις παρόντα τον καλύτερο παίκτη του κόσμου; Οπου και να κινήθηκε μέσα στον χώρο, όπου και να έστρεψε το βλέμμα του ή να σταμάτησε για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο ο Ελληνας αστέρας, εξέπεμπε μια έλξη σχεδόν βαρυτική, σαν αυτή που αναγκάζει τρεις και τέσσερις αντιπάλους να τον μαρκάρουν μέσα στα γήπεδα του μπάσκετ.

Η μόνη που ενέπνευσε τον ίδιο, αν όχι περισσότερο, σεβασμό ήταν η Βερόνικα Αντετοκούνμπο, η οποία χάρηκε με την ψυχή της, χορεύοντας μάλιστα αγκαλιά με τον Γιάννη, το σύντομο μουσικό σόου του μεγαλύτερου γιου της, του Φράνσις, λίγο πριν από την έναρξη της προβολής. Ηταν ολοφάνερο πως ολόκληρη η οικογένεια ήταν χαρούμενη που βρισκόταν ξανά σε έναν τόπο που μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την άνετη ζωή που απολαμβάνουν τώρα, ωστόσο στέγασε και έθρεψε για χρόνια τα όνειρά τους. Και είναι πραγματικά υπέροχο –και παρήγορο– να γνωρίζεις πως αυτά, ακόμη και τα πιο τρελά, μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

To american dream άρχισε στα Σεπόλια-1
Στο αυτοσχέδιο θερινό σινεμά προσκλήθηκαν σημαντικοί για την οικογένεια Αντετοκούνμπο «σελέμπριτι», μαζί με τα δεκάδες παιδιά της ακαδημίας μπάσκετ «Antetokoubros», ενώ οι περίοικοι στις πολυκατοικίες είχαν πιάσει από νωρίς θέσεις χαζεύοντας και φωτογραφίζοντας όσα συνέβαιναν στη γειτονιά τους.

«Δεν είχαν τίποτα, παρά μόνον ο ένας τον άλλο»

Στην «Ανοδο», τη νέα ταινία του Disney+ με θέμα την ιστορία της οικογένειας Αντετοκούνμπο, υπάρχει μια σκηνή όπου ο Γιάννης και ο Θανάσης προπονούνται υπό καταρρακτώδη βροχή, με την επίβλεψη του πατέρα τους. Το εφέ της μπάλας που σκάει στο νερό σε αργή κίνηση, οι ενθουσιώδεις κραυγές των αγοριών, τα βροντερά καρφώματα φτιάχνουν ένα στιγμιότυπο από τα πιο εντυπωσιακά του δίωρου φιλμ. «Ηταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου!» αναφωνεί αυθόρμητα ο Ραλ Αγκαντα, ο νεαρός ηθοποιός που υποδύεται τον Θανάση Αντετοκούνμπο, όταν του κάνω τη σχετική ερώτηση.

«Υπήρχε ένα μηχάνημα βροχής από αυτά που χρησιμοποιούνται στο σινεμά και έριχνε τόνους παγωμένου νερού. Βασικά περάσαμε σχεδόν 20 ώρες μουλιασμένοι από πάνω ώς κάτω εκείνη την ημέρα. Τουλάχιστον ήταν καλοκαίρι», συμπληρώνει με χαμόγελο, ενώ ο αδελφός του, Ούτσι Αγκαντα, συγκατανεύει από δίπλα. Εκείνος υποδύεται τον μεγάλο σταρ, τον Γιάννη, και ταιριαστά είναι λιγότερο εκδηλωτικός και ενθουσιώδης από τον μεγαλύτερο, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τους Αντετοκούνμπο. Οι ομοιότητες όμως με τους αληθινούς ήρωες της ιστορίας δεν σταματούν εδώ. Οι δυο τους είναι «Νιγηριανοί από το Νιου Τζέρσι», όπως λένε χαρακτηριστικά, ενώ βρίσκουν αρκετά κοινά μεταξύ της δικής τους οικογενειακής παράδοσης και αυτής των Αντετοκούνμπο.

«Βλέποντας την ταινία ήταν σαν να βρίσκομαι στο παλιό σπίτι του πατέρα μου ή των θείων μου», παρατηρεί ο Ραλ Αγκαντα. Μεγάλο μέρος άλλωστε του φιλμ του (επίσης Νιγηριανού) κινηματογραφιστή Ακίν Ομοτόσο έχει να κάνει με την οικογενειακή θαλπωρή και γαλήνη που εξέθρεψε το φαινόμενο Αντετοκούνμπο. «Είναι πιθανό το κοινό αρχικά να πιστέψει πως αυτή είναι μια ταινία για τον Γιάννη ή για το μπάσκετ, όμως στην πραγματικότητα δεν ισχύει. Είναι ξεκάθαρα μια ταινία για την οικογένεια ως ολότητα, γι’ αυτόν τον πανίσχυρο δεσμό που υπάρχει μεταξύ τους. Αλλωστε, δεν είχαν τίποτα, παρά μόνον ο ένας τον άλλο», εξηγεί ο Ούτσι Αγκαντα.

Τσαρλς και Βέρα

Ισως ακόμα περισσότερο κι από το δίδυμο των νεαρών που βρέθηκαν αυτές τις ημέρες στην Αθήνα, στην «Ανοδο» πρωταγωνιστούν ο Τσαρλς και η Βερόνικα Αντετοκούνμπο, ή αλλιώς οι Ντάγιο Οκενίγι και Γιέτιντε Μπαντάκι, που τους υποδύονται. Το ζευγάρι που αναγκάστηκε να αφήσει ένα βρέφος –τον μεγαλύτερο γιο, Φράνσις– πίσω στην πατρίδα, προκειμένου να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1990, κατάφερε να μεγαλώσει τέσσερα αγόρια, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, φροντίζοντας πάντως αυτά να ενσωματωθούν πλήρως στην ελληνική κοινωνία και παράλληλα να μην ξεχάσουν την αφρικανική καταγωγή τους.

Αυτό το «μείγμα» είναι ολοφάνερο πως οι Αντετοκούνμπο ήθελαν να το περάσουν και στην οθόνη. Οι αφρικανικοί μουσικοί ρυθμοί βρίσκονται παντού διασκορπισμένοι στην «Ανοδο», ενώ και οι περισσότεροι από τους βασικούς συντελεστές προέρχονται από εκεί. «Οπως είπε και ο σκηνοθέτης μας: “Αυτή θα είναι η πιο νιγηριανή ελληνική ταινία που έγινε ποτέ”, λέει γελώντας ο Ραλ Αγκαντα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως το ελληνικό στοιχείο λείπει· αντιθέτως το μοναδικό φως της Αθήνας, όμορφα αιχμαλωτισμένο από τον διευθυντή φωτογραφίας Καμπέλο Τάτε, κυριαρχεί παντού. Οταν το επισημαίνω στον έμπειρο παραγωγό της ταινίας, Μπέρνι Γκόλντμαν («300»), το πρόσωπό του φωτίζεται επίσης.

To american dream άρχισε στα Σεπόλια-2
Το εφέ της μπάλας που σκάει στο νερό σε αργή κίνηση, οι ενθουσιώδεις κραυγές των αγοριών, τα βροντερά καρφώματα φτιάχνουν ένα στιγμιότυπο από τα πιο εντυπωσιακά του δίωρου φιλμ. «Ηταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου!» αναφωνεί αυθόρμητα ο Ραλ Αγκαντα, ο νεαρός ηθοποιός που υποδύεται τον Θανάση Αντετοκούνμπο.

«Ερωτευθήκαμε την Αθήνα»

«Χαίρομαι πολύ που κάτι τέτοιο βγαίνει προς τα έξω, γιατί πραγματικά ερωτευθήκαμε αυτή την πόλη. Από τον Πειραιά μέχρι τις βόρειες ακτές και τις γειτονιές της, η Αθήνα είναι γεμάτη με υπέροχα μέρη. Επίσης το ελληνικό μας συνεργείο (σ.σ. συμπαραγωγός είναι η Faliro House) ήταν εξαιρετικό, τόσο ταλαντούχοι άνθρωποι κι επιπλέον ζεστοί και πρόσχαροι. Τέλος, εδώ υπάρχει και ένα πολύ γενναιόδωρο σύστημα έκπτωσης φόρων (tax rebate). Θα ήταν τέλειο να επιστρέψω για μια επόμενη ταινία».

Τον θαυμασμό του Αμερικανού παραγωγού για την Ελλάδα συναγωνίζεται μόνον εκείνος για την ιστορία των Αντετοκούνμπο. «Σχεδόν οι πάντες στην Αμερική δεν είναι από την… Αμερική. Ολοι λίγο-πολύ έχουμε τέτοιες οικογενειακές ιστορίες μεταναστών που ήρθαν σε ξένο μέρος, αντιμετώπισαν εμπόδια και τελικά τα κατάφεραν για εκείνους και τα παιδιά τους. Η οικογένεια του Γιάννη, ωστόσο, πραγματικά το τερμάτισε, με έναν τρόπο μοναδικό. Η αλήθεια είναι ότι τους συνέβησαν πολύ χειρότερα πράγματα από αυτά που δείχνουμε στην ταινία. Και όμως δεν το έβαλαν ποτέ κάτω. Δεν κατηγόρησαν κανέναν. Δεν σπατάλησαν τον χρόνο ή την ενέργειά τους στο μίσος και στον θυμό. Προσωπικά με εμπνέουν βαθιά».

Οπως υποψιάζονται πολλοί, σημαντικό κομμάτι (και) της ταινίας οφείλεται στη… μαμά Βερόνικα. «Η Βέρα μας έδωσε τόσο πολλά. Και ο Γιάννης ήθελε πραγματικά να τιμήσει τους γονείς του στο φιλμ, να αφηγηθεί την ιστορία τους. Ξέρει ότι θυσίασαν πολλά και ήθελε εκείνοι να είναι οι ήρωες».
Ως γνωστόν, βέβαια, ο Γιάννης και τα αδέλφια του δεν γνώρισαν μόνο το «καλό» πρόσωπο της χώρας όπου γεννήθηκαν. Ο ρατσισμός που θέριεψε στις γειτονιές της Αθήνας από το 2008 και έπειτα προφανώς και δεν τους άφησε ανεπηρέαστους, κάτι το οποίο φαίνεται, έστω και επιφανειακά στο φιλμ. Ο Γκόλντμαν, πάντως, το διατυπώνει ελαφρώς διαφορετικά: «Σίγουρα ο ρατσισμός είναι ένα απαράδεκτο παγκόσμιο φαινόμενο. Περισσότερο όμως από τη φυλή, οι άνθρωποι μισούν τη φτώχεια. Αν είσαι πλούσιος και μαύρος –ή Ινδός ή Εβραίος ή μουσουλμάνος– όλοι σε αγαπούν. Αν όμως είσαι φτωχός και μαύρος κι επιπλέον έχεις ύψος δύο μέτρα, ενώ προσπαθείς να μείνεις κρυμμένος, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ…».