γράφει η Σοφία Καυκοπούλου
Πήγα στοχευμένα στον εκδοτικό οίκο. Ήξερα ακριβώς τι να ζητήσω. Το νέο βιβλίο του Ηλία, λέω απλά. Το πήρα και το ίδιο βράδυ άρχισα να το ξεφυλλίζω. Έφτασα στη μέση. Το υπόλοιπο, σκέφτηκα, αφού μου κάνει αφιέρωση.
——————————————————————————
Και κάπως έτσι, το νέο βιβλίο του Ηλία Παπακωνσταντίνου (που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΟΤΑΝ), ήρθε στα χέρια μου και μέσα σε δύο βράδια γέμισε εικόνες, ήχους και μυρωδιές το δωμάτιό μου.

Ο Ηλίας, ένας ακούραστος εργάτης του λόγου και του πνεύματος, έχει δώσει πλήθος βιβλίων ποίησης και στίχους για τραγούδια μοναδικής ομορφιάς. Με καταγωγή από τη Δεσφίνα Φωκίδας, έχει στο πέρασμα του χρόνου, καταπιαστεί εκτός από την ποίηση και με άλλες μορφές του γραπτού λόγου, όπως μυθιστόρημα, παραμύθι, διήγημα, επιγράμματα, θεατρικά έργα κ.λπ., με την επιτυχία που βασίζεται στην αποδοχή και την αγάπη του κοινού για το έργο του.
——————————————————————————-
Η νέα ποιητική συλλογή του Ηλία, με τίτλο «Τρίγωνα Φεγγάρια», εκδ. ΟΤΑΝ, ακροβατεί ανάμεσα στην ευαισθησία της θνητής μας φύσης και στο φιλοσοφικό πέταγμα του νου. Πρόκειται για ελεύθερη ποίηση με κοινωνικό κυρίως υπόβαθρο, αλλά και γεμάτη ερωτισμό και μηνύματα αισιοδοξίας. Γιατί ακόμη και μέσα από το ασυνείδητο άλγος, επέρχεται η αναστάσιμη συνειδητότητα. Ο ποιητής φλερτάρει με τα μη όρια του κόσμου του καλωσορίζοντας τον αναγνώστη στις «Οριοθετήσεις» του:
«Τα ανορίωτα δεν φαίνονται εύκολα, ας τα ψάξουμε, έχουν υπόκωφη γεύση γλυκού νερατζιού.»
Και προχωρά, με το ίσως πιο φορτισμένο συγκινησιακά ποίημα της συλλογής. «Ωδή στον σκύλο μου τον Άργο 2005 – 2020 (Μαύρο Λουλούδι)», όπου ο σκύλος του ο Άργος, ξαναζεί μέσα από τις αράδες που γράφονται για εκείνον. Μοιάζει να ξεπηδά, να τρέχει χαρούμενος σα να του ανήκει ο κόσμος, να κουνάει ασταμάτητα την ουρά του…
Και ο Άργος ξαναζεί, χάρη στην ανθρωπιά του ανθρώπου του, που δεν τον ξέχασε… Και κυρίως γιατί «Έχει ανεκτίμητο κι ασήκωτο βάρος η ανθρωπιά». (Από το ποίημα «Οι λέξεις εμείς»).
Το κοινωνικό γίγνεσθαι επηρεάζει άμεσα τον ψυχισμό του ποιητή που βλέπει τους υποτιθέμενους ελευθερωτές και αναλογίζεται: «Οι ελευθερωτές έρχονται (προφυλαχθείτε) με γνώση και με πολλά ρούχα φορτωμένοι για να αλλάζουν κατά την διάρκεια της ροής των γεγονότων». Κατά την έννοια «Φοβού τους Δαναούς…» λοιπόν.
Μια ιδέα που ενσαρκώνεται και στο ποίημα «Σαν άλλος κυβερνητικός»: «Έναν καφέ Ελληνικό, χωρίς ειρωνεία παρακαλώ, σκέτο».
Ο έρωτας, κινητήριος δύναμη και άγγελος ζωής: «Κοιμήθηκα με δύο χέρια, ένα δικό σου, ένα δικό μου, το πρωί στα είχα χαρίσει όλα, άξιζε σου είπα. Χαμόγελο.» (από το ποίημα «Χέρι»)
Ο ποιητής ταΐζει τις μέρες με αδιαφιλονίκητες ελπίδες. Μαύρες τρύπες αντιστρέφουν τον χρόνο. «Όλες οι μέρες μας έγιναν Κυριακές ανυπόφορες, σακαράκες ημέρες». (από το ποίημα «Κόβει… ID 19/20/21/22/23/24 και βάλε (Σακαράκες ημέρες)») Ο υπερρεαλισμός σε όλο του το μεγαλείο, ξεγυμνώνει τα νοήματα.
Η απουσία: «Παρατεταμένη ξηρασία» φωνάζαμε, και ήμασταν μούσκεμα από απουσία ως το κόκκαλο» (από το ποίημα «Τα μεγάλα λόγια»)
Πλουσιόδοτες λέξεις, πλουσιόδοτα νοήματα, επεξεργασμένα από μια μεταανθρώπινη – πλην όμως βαθύτατα ουσιαστική στο ανθρώπινο πνεύμα- οπτική. «Τώρα πια σιδερώνουμε τον Απρίλη με σίδερο εκκολαπτόμενο στο υπουργείο πολιτισμού, μελλοντικό. Του κάνουμε τσακίσματα, γωνίες, για να έχει από κάπου να πιαστεί ο τοξοβόλος του δημοσίου». (Από το ποίημα «Απρίλης»)
—————————————————————————
Αδιαμφισβήτητα, τα «Τρίγωνα Φεγγάρια» δίνουν τροφή για σκέψη, καθώς προσφέρουν ποίηση με φιλοσοφικές προεκτάσεις που αγγίζει, προβληματίζει, ξεφεύγει από το «εγώ» και περιλαμβάνει το «εμείς». Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου κατορθώνει να εξισορροπεί πάθος και συναίσθημα, χάος και γαλήνη, με την ευδία πένα του. Μέσα στην τεράστια ποιητική και εν γένει λογοτεχνική παραγωγή, το νέο έργο του Ηλία καταφέρνει να αποσπάσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη γιατί πηγάζει από το χοϊκό και το μετουσιώνει όχι σε κάτι άπιαστο αλλά στο μεταχοϊκό επίπεδο αλληλοσυνάρτησης.





