Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Η οθόνη κυμάτιζε ανεπαίσθητα» από τον Κώστα Λογαρά

Ημερομηνία:

Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Η οθόνη κυμάτιζε ανεπαίσθητα» από τον Κώστα ΛογαράΠάτρα, μια πόλη με δεκατέσσερις θερινούς κινηματογράφους στον αστικό ιστό της –φίσκα κάθε βράδυ– τη δεκαετία του ’60, αρχές του ’70• πριν οι νύχτες μας αλωθούν ολοκληρωτικά απ’ την Τιβί, προτού θαφτούν ένας ένας (και οι δεκατέσσερις) στα πιο βαθιά θεμέλια εξαώροφων πολυκατοικιών. Δέκα απ’ αυτούς μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου χωρίς να τους γκουγκλάρω: το Αελλώ, ο Δαναός, το Σινέ Κατερίνα, η Ανοιξη, ο Ερμής, ο Εσπερος, το Ακροπόλ, η Αλάμπρα, η Ούφα, το Ζενίθ (οι τρεις τελευταίοι στον γύρο της ίδιας κεντρικής πλατείας των Υψηλών Αλωνίων).
Στο Αελλώ και το Ζενίθ, κινηματογράφους α΄ προβολής, πρόλαβα και είδα τον «Κατάσκοπο που γύρισε από το κρύο» με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Κλερ Μπλουμ• το «Ψυχώ» του Αλφρεντ Χίτσκοκ• το «8½» του Φελίνι και το «Μπλόου-απ» του Αντονιόνι• το «Δόκτωρ Ζιβάγκο» με την Τζούλι Κρίστι και τον Ομάρ Σαρίφ• το «Μάμα Ρόμα» του Παζολίνι, τον «Λώρενς της Αραβίας» με τον Πίτερ Οτούλ… Εργα που είναι άλλο πράγμα να τα βλέπεις στο πανί του καλοκαιρινού κινηματογράφου, κάτω απ’ το φως των αστεριών, κι άλλο σε ένα χώρο εσωτερικό.

PHILOXENIA

Νυχτερινή δράση

Εχω στη μνήμη μου την αίσθηση νυχτερινής δροσιάς πάνω στα μπράτσα μου και την εικόνα από μυριάδες καντηλέρια να φέγγουνε στον αχανή ουρανό. Τα ρουθούνια μου κρατάνε ακόμα το άρωμα του νυχτολούλουδου και των γιασεμιών που χύνονταν σαν καταρράχτης απ’ τους μαντρότοιχους των καλοκαιρινών κινηματογράφων ή από τα ξύλινα πλέγματα του φράχτη τους. Αν τότε μου πέρναγε απ’ το μυαλό ότι σε λίγα χρόνια κανένα απ’ αυτά τα σινεμά δεν θα υπάρχει πια κι ότι θα μετατρέπονταν είτε σε κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών, είτε σε σούπερ μάρκετ και υπαίθριες μάντρες για το παρκάρισμα των αυτοκινήτων, θ’ άφηνα τον εαυτό μου να βουλιάξει ακόμα πιο πολύ στην ψευδαίσθηση των ταινιών, να ονειρευτώ με το σάουντρακ του «Δόκτορα Ζιβάγκο» και τις μουσικές του Νίνο Ρότα, να εκτεθώ πολύ περισσότερο στο μυστήριο της νύχτας ή να με περιλούσει το νοτισμένο αεράκι φερμένο από τη θάλασσα του Πατραϊκού.
Α, ναι! Τα καλοκαιρινά σινεμά δεν ήταν μόνο χώροι προβολής, ήταν μικρές επικράτειες αναμονής και χώροι κοινωνικής συναναστροφής. Εβλεπες τους ανθρώπους να μπαίνουν με το εισιτήριο στο χέρι και με μια αδιόρατη ανησυχία στο βλέμμα, σαν να μην ήταν βέβαιοι ότι θα δουν ταινία να προβάλλεται επάνω στο πανί.
Για δες αυτούς τους δυο που καταφθάνουν αργοπορημένοι και ψάχνουνε ελεύθερα καθίσματα. Ακούς καθαρά τις πατημασιές τους που βουλιάζουν μέσα στο γαρμπίλι. Τρίζει το χαλικάκι κάτω από τα παπούτσια τους (ένα βιαστικό «τσικ τσικ τσικ») και τους προδίδει, σκύβουν για να περάσουνε απαρατήρητοι κάτω από τη δέσμη του προβολέα, μα δεν τα καταφέρνουν και οι σκιές τους προβάλλονται για λίγο στο πανί.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Δίπλα σου ή λίγο πιο πέρα υπάρχει πάντα ένα ζευγάρι που μοιράζεται το ποπ κορν με αυστηρή ισονομία, σαν να εξαρτάται από την αναλογία η επιβίωση της σχέσης τους. Απλώνουνε ενστικτωδώς τα χέρια στο κουτί κρατώντας όμως το βλέμμα τους καθηλωμένο στην οθόνη.
Πίσω σου ένας μοναχικός θεατής γελά αργότερα από τους άλλους, λες και χρειάζεται χρόνο για να πείσει τον εαυτό του ότι δικαιούται τη χαρά.
Μπροστά σου μια κυρία ξεροβήχει στα δραματικά σημεία. Σαν να θέλει να διακόψει τη συγκίνηση πριν ξεχειλίσει, να προστατεύσει τον εαυτό της από την υπερβολή – αν και στα καλοκαιρινά σινεμά η συγκίνηση κυκλοφορεί ελεύθερη, χωρίς ταβάνι να τη συγκρατεί.

Στο διάλειμμα τα φώτα άναβαν ντροπαλά. Τα πρόσωπα αποκαλύπτονταν. Δύο ερωτευμένοι, που έβλεπαν την ταινία αγκαλιασμένοι με περισσή περιπάθεια, κατέβασαν τα χέρια τους κι απόφυγαν τα βλέμματα των άλλων, λες και φοβήθηκαν πως η μισή αλήθεια που μοιράζονταν οι δυο τους στο σκοτάδι θα γίνει ολόκληρη στο φως.
Κάποια στιγμή, λίγο πριν από τη μεγάλη αποκάλυψη της πλοκής, σηκώνεται αεράκι. Η οθόνη κυματίζει ανεπαίσθητα. Η εικόνα τρεμοπαίζει, σαν να σκέφτεται να δραπετεύσει πάνω από τα γύρω κτίσματα και να χαθεί στο σκοτάδι. Εκεί κρατάς την ανάσα σου. Αν χαθεί η εικόνα, αν σβήσουνε τα φώτα, τι θ’ απομείνει άραγε;
Και ύστερα, το τέλος. Οι τίτλοι έπεφταν αργά και κανένας δεν σηκωνόταν αμέσως. Υπήρχε πάντα εκείνη η μικρή παύση, σαν συλλογική συμφωνία πως η επιστροφή στην πραγματικότητα έπρεπε να καθυστερήσει. Παραμέναμε ακίνητοι, σαν να περιμένουμε μια κρυφή σκηνή μετά τους τίτλους, λες κι από κάπου -από πού άραγε;- αναμέναμε την υπόσχεση κάποιας συνέχειας.

Τα καλοκαιρινά σινεμά έκλειναν κάθε Σεπτέμβρη με μια σεμνότητα σχεδόν συγκινητική. Κι όμως, κάτι παραμένει ακόμα από την εποχή εκείνη. Το άρωμα του γιασεμιού, ένα γέλιο που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, ένα άγγιγμα που δεν βρήκε το θάρρος να εξελιχθεί σε αίσθημα.
Αν τότε ήξερα πως όλα αυτά θα θάβονταν κάτω απ’ τους τόνους του μπετόν, θα κατέγραφα όλους τους ήχους, θα αφουγκραζόμουν τους ψιθύρους, τις φωνές ακόμα πιο πολύ. Θα διέσωζα εικόνες, συνήθειες των θαμώνων και συμπεριφορές, όλα πολύτιμα στοιχεία ενός άυλου πολιτισμού που πια έχει χαθεί.

Κοινοποίηση:

Τελευταία Νέα

Κοινοποίηση:

Περισσότερα Άρθρα
Σχετικα

Το νέο κόλπο εκβιασμού στο Instagram: Μπλοκάρουν λογαριασμούς και απαιτούν λύτρα

Μια νέα μορφή ψηφιακού εκβιασμού φαίνεται να εξαπλώνεται στο...

Τσιφτετέλι αλά ελληνικά σε αραβικό γάμο

Τον γύρο του διαδικτύου έκανε Ελληνίδα χορεύτρια, η οποία...

Γιάννης Πάριος: Η νέα δήλωση μετά τον σάλο για την ηλικία – «Νιώθω καλά»

Τη δική του απάντηση στα σχόλια που έγιναν μετά...