flamis.gr
Αληθινές ειδήσεις από την Πάτρα με το κύρος έγκριτων δημοσιογράφων. Έκτακτη επικαιρότητα και τα τελευταία νέα από την Πάτρα, την Ελλάδα και όλο τον Κόσμο!

Ήπαρ: Τα πανταχού παρόντα χημικά που αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου

Ο καρκίνος του ήπατος αποτελεί ίσως την σοβαρότερη εξέλιξη της ηπατικής νόσου και είναι ένας από τους πιο θανατηφόρους τύπους καρκίνου. Τι είναι εκείνο, όμως, που οδηγεί σε αυτή τη σοβαρή απειλή για την ανθρώπινη υγεία; Πρόκειται για κληρονομικούς παράγοντες, για τους οποίους δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ή μήπως υπάρχουν τροποποιήσιμοι παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνισή του;

Μια ερευνητική ομάδα από την Ιατρική Σχολή Keck του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια, με επικεφαλής την δρ. Leda Chatzi, καθηγήτρια επιστημών πληθυσμού και δημόσιας υγείας, ανακάλυψε μια πολύ σοβαρή συσχέτιση: Η έκθεση σε συνθετικές χημικές ουσίες που εντοπίζονται ευρέως στο περιβάλλον πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ήπατος.

Οι ερευνητές μελέτησαν μια κατηγορία τεχνητών χημικών ουσιών, τις υπερφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες (PFAS), οι οποίες χρησιμοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα καταναλωτικών και βιομηχανικών προϊόντων. Οι PFAS είναι γνωστές και ως «παντοτινές» χημικές ουσίες, εξαιτίας της ιδιότητάς τους να διασπώνται πολύ αργά και να συσσωρεύονται στο περιβάλλον και στον ανθρώπινο ιστό, με αποτέλεσμα να καταλήγουν στο ήπαρ. Τα νέα ερευνητικά ευρήματα επιβεβαιώνουν παλαιότερες εκτιμήσεις που συνέδεαν τα χημικά αυτά με το μη ιικό ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, τον πιο κοινό τύπο καρκίνου του ήπατος.

«Πρόκειται για την πρώτη μελέτη που γίνεται σε ανθρώπους για να αποδείξει ότι οι PFAS συνδέονται με αυτή την ασθένεια», δήλωσε η Jesse Goodrich, μεταδιδακτορική υπότροφος του Τμήματος Επιστημών Πληθυσμού και Δημόσιας Υγείας της Ιατρικής Σχολής Keck.

Όσο περισσότερη η έκθεση, τόσο πιο μεγάλος ο κίνδυνος

Η ερευνητική ομάδα συνέλεξε ανθρώπινα δείγματα από μια ευρύτερη συνεργατική επιδημιολογική μελέτη της Σχολής Keck και του Πανεπιστημίου Χαβάης. Παρακολουθήθηκαν τα δείγματα αίματος και ιστών περισσότερων από 200.000 κατοίκων του Λος Άντζελες και της Χαβάης, από τα οποία οι ερευνητές κατέληξαν τελικά σε 50 συμμετέχοντες που ανέπτυξαν καρκίνο του ήπατος.

«Ένας λόγος που δεν υπάρχει επαρκής έρευνα σε ανθρώπινα δείγματα είναι ότι πρέπει να βρεθούν τα σωστά», εξήγησε η Veronica Wendy Setiawan, καθηγήτρια επιστημών πληθυσμού και δημόσιας υγείας. «Όταν εξετάζουμε μια περιβαλλοντική έκθεση, χρειαζόμαστε δείγματα πολύ πριν τη διάγνωση, επειδή χρειάζεται χρόνος για να αναπτυχθεί ο καρκίνος».

Οι ερευνητές συνέκριναν τα δείγματα αίματος πριν από τη διάγνωση των συμμετεχόντων με καρκίνο του ήπατος  με δείγματα 50 άλλων συμμετεχόντων, που δεν εμφάνισαν καρκίνο, ανακαλύπτοντας ότι στο αίμα των ανθρώπων που παρουσίασαν καρκίνο εντοπίζονταν διάφοροι τύποι PFAS. Ισχυρότερη συσχέτιση, ειδικότερα, παρατηρήθηκε μεταξύ του υπερφθοροκτανοσουλφονικού οξέος (PFOS) και του καρκίνου του ήπατος. Διαπιστώθηκε, μάλιστα, ότι οι άνθρωποι με τα υψηλότερα επίπεδα PFOS στο αίμα είχαν 4,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του ήπατος.

Η αξιολόγηση των δειγμάτων έδειξε ότι το PFOS επηρεάζει την ομαλή διαδικασία μεταβολισμού της γλυκόζης, των χολικών οξέων και των αμινοξέων διακλαδισμένης αλυσίδας στο ήπαρ. Η διατάραξη της ομαλής μεταβολικής διαδικασίας μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, οδηγώντας στη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια ανεξήγητη αύξηση παγκοσμίως, προκαλώντας ανησυχία, καθώς οι ασθενείς με τη νόσο έχουν πολύ μεγάλες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του ήπατος. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος αναμένεται να «χτυπήσει» το 30% των ενηλίκων στις ΗΠΑ μέχρι το 2030.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χημικές ουσίες PFAS εντοπίστηκαν για πρώτη φορά στο αίμα ανθρώπων που εκτίθονταν σε αυτά τα χημικά στο χώρο εργασίας τους τη δεκαετία του 1970. Μέχρι το 1990, όμως, είχαν περάσει στον γενικό πληθυσμό, γεγονός που σήμανε συναγερμό, για να διαπιστωθούν οι δυνητικοί κίνδυνοι για την υγεία. Παρ’ ότι η χρήση τους μειώθηκε, οι ουσίες αυτές είναι τόσο ανθεκτικές, που συνέχισαν να εξαπλώνονται μέσω του νερού και των τροφών που καταναλώνουμε, ενώ εντοπίζονται στο αίμα περισσότερων από το 98% των ενηλίκων στις ΗΠΑ.

«Η έρευνα καταδεικνύει τη σοβαρότητα της έκθεσής μας σε αυτά τα χημικά και τους κινδύνους που εγκυμονεί για την υγεία», σχολίασε η δρ. Chatzi.