flamis.gr

Μητροπολίτης Χρυσόστομος: «Η Πάτρα στα χέρια σου…»

«Τον Αγιον Ανδρέα μας, τον λιτανεύσαμε και φέτος…».
Κι όμως, η επισήμανση του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Πατρών, κ.κ. Χρυσοστόμου, όπως διατυπώθηκε στο κείμενο που θα διαβάσετε πιο κάτω, μπορεί να φαντάζει περίεργη σε κάποιους, όμως η πραγματικότητα είναι ότι ούτε η πανδημία στάθηκε εμπόδιο στον αιώνιο θρίαμβο της Ορθοδοξίας, όπως αυτός ο θρίαμβος εκφράστηκε και στον φετινό εορτασμό του Πολιούχου Αγίου Ανδρέα μέσω της αστείρευτης πίστης του Ιεράρχη μας.
Το κείμενο που μας έστειλε ο Σεβασμιώτατος είναι άκρως συγκινητικό, μεταφέρει την ελπίδα και το θάρρος του Μητροπολίτη μας και κλείνει με την ευχή όλη αυτή η περιπέτεια που βιώνουμε να τελειώσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και του Αγίου Ανδρέα προς τον Κύριο. Αναλυτικά οι σκέψεις του Σεβασμιώτατου:
«Μέσα στό κλῖμα τοῦ ψυχικοῦ ἂλγους τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἐφέτος, μέ κέντρο τοῦ ἑορτασμοῦ τό Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, τήν Θεία Λειτουργία, ὃπου νοερῶς παρίστατο ἡ Ἐκκλησία σύμπασα, ἡ ἐν οὐρανῷ καί ἡ ἐν γῇ μέ ἑστιάτορα καί πανηγυριστή τόν Ἃγιον Ἀπόστολον Ἀνδρέα, πήραμε τήν Ἁγία Κάρα του στά χέρια μας καί τήν λιτανεύσαμε τόσον ἐντός, ὃσο καί ἐκτός τοῦ Ναοῦ καί παρεκαλέσαμε τούς ὃπου γῆς ἀδελφούς μας νά δεηθοῦν μαζί μας ὑπέρ ὑγιείας καί σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου καί ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς συνεχούσης ὀδυνηρᾶς δοκιμασίας, διά πρεσβειῶν τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου.
Πρός εὐλογία δέ καί παρηγορία τοῦ Πατραϊκοῦ Λαοῦ καί ἐνίσχυσή του στόν δύσκολο αὐτόν ἀγῶνα, λιτανεύσαμε μέ τό αὐτοκίνητο, στήν πόλη μας τήν κάρα τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, εὐλογοῦντες τήν Πάτρα καί τόν Λαό τοῦ Θεοῦ.
Κατά τίς ὧρες αὐτῆς τῆς συγκλονιστικῆς διαδρομῆς ἀπό κεντρικές ὁδούς καί μικρότερους ἢ μεγαλύτερους δρόμους ὃλης τῆς πόλεως, αἰσθανόμασταν τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου ἒντονη καί τίς σκέψεις καί τούς λογισμούς ἐκείνης τῆς ἐμπειρίας τούς ἐκάναμε δέηση καί προσευχή ἐνώπιον τοῦ Πρωτοκλήτου, ἒτσι κάπως, ὃπως σημειώνομε παρακάτω.
Καθώς, Ἃγιέ μου Ἀπόστολε Ἀνδρέα, περνούσαμε μαζί στούς δρόμους τῆς Πάτρας καί μιλούσαμε, ὃπως τόσες φορές μέ τόν δικό μας γνώριμο τρόπο, ἒνοιωσα τήν ἀνάγκη νά σοῦ ἐκφράσω ἒνδακρυς τήν εὐχαριστία μου καί τήν εὐγνωμοσύνη μου γιατί, ὃπως πάντοτε ἒτσι καί τώρα δέν μέ ἐγκατέλειψες μόνο στήν ὀδύνη τῆς ἂρσεως τοῦ σταυροῦ. Πρός στιγμήν ἐδίστασα, λυπήθηκα ὑπερβολικά, γονάτισα, ἀλλά θυμήθηκα καί τότε πού ἦλθα καί γονάτισα στόν τάφο σου σέ μιά πολύ μεγάλη δυσκολία καί ἐνῶ πάλι συνομιλούσαμε καί αἰσθανόμουν ὃτι δέν σέ ἢκουα, ἐσύ, ἀπήντησες μέ τρόπο ἂμεσο καί συγκλονιστικό.
Καί τώρα λοιπόν μαζί, Ἃγιέ μου, σηκώσαμε τόν σταυρό. Σέ εὐγνωμονῶ, πού γιά λίγο ἂφησες τόν δικό σου καί μέ βοήθησες στόν δρόμο πού βάδιζα κεκοπιακώς καί ἲσως μόνος.
Ἢμασταν μαζί καί πρό τῆς Ἑορτῆς σου, μέρα καί νύκτα, στίς παρακλήσεις, στούς Ἑσπερινούς, στήν Θεία Λειτουργία κάθε μέρα, στίς ἀγρυπνίες. Στά σπίτια τῶν χριστιανῶν, στήν ἐξομολόγηση, στήν Θεία Κοινωνία. Ἢμασταν τήν παραμονή μέσα στόν Ναό σου, ὃταν γονατιστός, φέροντας τά αἰτήματα τοῦ Λαοῦ σου ἐνώπιόν σου σέ ἒβλεπα μέ τῆς ψυχῆς τά μάτια, νά δέεσαι μπροστά στόν Μεσσία γιά τήν ἀπαλλαγή ἐκ τῆς συνεχούσης ἡμᾶς δεινῆς δοκιμασίας.
Καί ὃταν λειτουργοῦσα στό φρικτό Θυσιαστήριο μπροστά, ἀνήμερα στή γιορτή σου, ἒβλεπα ὃλο τόν Λαό σου νά κατακλύζῃ προσευχητικά ἀπ΄ ὃπου κι ἂν βρισκόταν τό δικό σου σπίτι, ἐνῶ ἀπό τόν σταυρό τοῦ μαρτυρίου σου, διακτινιζόταν σέ κάθε γωνιά τῆς Πάτρας ἡ ἀγάπη σου πρός τά παιδιά σου. Πρός αὐτόν τόν Λαό πού ἒκανε τόν πόνο του προσευχή καί τήν ἐσωτερική του λύπη γιά τήν δοκιμασία ἐλπίδα καί βεβαιότητα γιά ἀπαλλαγή ἀπό τήν πανδημία.
Γνωρίζω ὃτι ἂν ὁ Θεός δέν ἐπέτρεπε καί ἐσύ δέν τό ἢθελες δέν θά γινόταν ἒτσι. Ἒχεις ὃμως δίκηο. Τί ἂξιον ἐπράξαμε ὣστε νά ἒχωμε τό δικαίωμα νά ζητᾶμε περισσότερα ἀπό σένα; Μήπως τόν ὑπό σοῦ κηρυχθέντα Μεσσίαν δέν ἐλυπήσαμε; Μήπως ἐσέ τόν διδάσκαλό μας, τόν Ἀπόστολό μας, τόν Πατέρα καί Προστάτη μας δέν ἐστενοχωρήσαμε;
Αὐτόν τόν τόσο βαθύ πόνο τόν κάνομε προσευχή καί τόν παραδίδομε ἐν μετανοίᾳ σέ σένα, ὣστε νά μᾶς λυπηθῇ ὁ Κύριος καί νά μᾶς λυτρώσῃ ἐκ τῆς συνεχούσης ὑμᾶς ὀδύνης, ἀλλά καί ὃποιας ἐπικειμένης δικαίας Αὐτοῦ ἀπειλῆς.
Γνωρίζεις Ἃγιέ μου, ὃτι κάθε φορά πού ὁ Λαός μακρύνεται ἀπό τοῦ Κυρίου, τότε καί ὁ καύσωνας ἒρχεται καί ὁ βαρύς χειμών καταφθάνει. Τώρα λοιπόν βοήθησέ μας νά κατανοήσωμε τήν ἀξία καί τήν μεγάλη δύναμη τῆς μετανοίας.
Τόσα σοῦ ἒλεγα τόσες ὧρες πού περνούσαμε ἀνήμερα στήν γιορτή σου μαζί στούς δρόμους τῆς Πάτρας. Εὐλογοῦσες τά πάντα σ’ αὐτή τήν πόλη. Χάρηκες πιστεύω ὃταν εἶδαν τήν πανίερη Κεφαλή σου κάποιοι παιδιά σου, πού ξαφνιάστηκαν γιατί βρέθηκες κοντά τους, κάποιοι ἀνύποπτοι νέοι πού ἒχουν μεγαλεῖο ψυχῆς καί ἁγνότητα ἡ ὁποία λείπει ἀπό μᾶς, κάποιον πού εἶναι ξένοι ἀπό τήν κατάκριση, τήν ἐμμονή στόν ἐγωισμό καί πού θέλησες ἐσύ νά τούς χαιρετίσῃς μέ τόν δικό σου τρόπο. Περάσαμε ἀπό Ἐκκλησίες, ἀπό πλατεῖες, ἀπό τά Νοσοκομεῖα, ἀπό….ἀπό….
Σταματήσαμε γιά λίγο, στήν μεγάλη πλατεία Γεωργίου τῆς Πάτρας. Εὐλόγησες σταυροειδῶς τήν πόλη σου καί δεήθηκες γιά τά παιδιά σου, πού ποτέ δέν τά ἐγκατέλειψες. Γυρίσαμε στόν Ναό σου καί σέ ἂφησα στόν τόπο σου γιά νά συνεχίσῃς μέ τόν δικό σου μοναδικό τρόπο τήν ἀδιάλειπτη προσευχή σου πρός τόν, σέ καλέσαντα, Κύριο.
Ἒσκυψα εὐλαβικά καί ἀσπάστηκα τήν ἁγία Κορυφή σου καί σέ παρεκάλεσα, ὣστε ὃτι σοῦ εἶπα μαζί μέ τόσους Πατρινούς πού μέσα ἀπό τήν καρδιά τους ξέρουν νά σέ τιμοῦν, νά τά μεταφέρῃς στόν Κύριο˙ τήν θλίψη μας, δηλαδή, γιά τήν δοκιμασία, τήν μετάνοιά μας γιά τήν ἀποστασία μας, τήν ὑπόσχεση ὃτι θά προσπαθήσωμε συνειδητά νά τηρήσωμε τίς θεῖες ἐντολές Του καί τήν ἀπόφαση νά ἀγωνισθοῦμε γιά τήν ἀλήθειά Του καί ἂν χρειασθῇ νά δώσωμε ἀκόμη καί τό αἷμα μας γιά τήν ἰδική Του ἀγάπη, ὃπως καί σύ.
Ἃγιέ μου συγχωρεσέ μας ἂν σέ πικράναμε ἐφέτος. Ἂν σέ λιτανεύσαμε γύρω ἀπό τόν Ναό σου χωρίς τίς δέουσες «τιμές» ὃπως κάθε χρόνο. Ὃμως λιβάνι ἀπό καρδιᾶς πρσφέραμε μαζί μέ τήν χαρμολύπη ὃπως ἒβγαινε ἀπό τῆς καμπάνας σου τόν ἦχο.
Ὃμως πιστεύω ὃτι χάρηκες πού πέρασες σιωπηρά λιτανευτικά ἀπό ὃλη τήν Πάτρα ἀνήμερα στή γιορτή σου, μέσα ἀπ’ αὐτή τήν ξεχωριστή, μοναδική, συγκλονιστική γιά ὃλους μας ἐμπειρία. Κρατοῦσες, ὃπως πάντα ὃλη τήν Πάτρα στά χέρια σου, ὃλη τήν οἰκουμένη.
Βλέψον Ἃγιε, ἱλέω ὂμματί σου, ἐπί τήν ποίμνην σου καί ἀπάλλαξε τόν Λαόν σου ἐκ τῆς συνεχούσης αὐτόν συμφορᾶς. Σπεῦσον καί ἲασαι τούς ἀσθενεῖς, σγόγγισε τόν ἱδρῶτα τῶν ἰατρῶν, παρηγόρησε ὃσους ἒχασαν ἀγαπημένα τους πρόσωπα καί φρόντισε, ὣστε στή μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων νά ἑορτάσωμε, ὃπως ὁ πόθος τῆς ψυχῆς μας κατακαίει τό εἶναι μας. Μή μᾶς ἀφήσῃς καί πάλι σέ αὐτόν τόν πόνο. Ἐσύ μπορεῖς…Τάχυνον μετά τῆς Θεοτόκου εἰς πρεσβείαν καί σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν…».

Comments are closed.