Δέν ἦταν τῶν κανονιῶν – πού χαιρετοῦν τήν ἡμέρα – ἡ βροντή, δέν ἦταν τῶν μουσικῶν τά ἐμβατήρια, αὐτά πού μᾶς ξύπνησαν σήμερα πρωΐ-πρωΐ. Μᾶς ξύπνησε ὅμως ἡ ἀγωνία τῆς ἀναμονῆς κι᾿ ὁ πόθος τοῦ νά γιορτάσουμε κρυφά κι᾿ ἀνάκρυφα τήν ἐπέτειο πού μιᾶ γενιά, ἡ γενιά τῶν προγόνων μας τοῦ 1821, ξεσηκώθηκε γιά τήν ἀπόκτησι τοῦ πρώτου ἀνθρώπινου ἀγαθοῦ – τῆς λευτεριᾶς. Τί κι᾿ ἄν τό ἐπίσημο τῆς ἡμέρας δέ χαιρετήθηκε μέ κανονιές ἀπ᾿ τό παλιό Βενετσάνικο κάστρο τῆς πόλεως; Τί κι᾿ ἄν στίς ἐπάλξεις τοῦ τελευταίου αὐτοῦ δέν κυματίζει περήφανη ἡ γαλανόλευκη; Τούτη τή φορά, τό ἐπίσημο τῆς ἡμέρας χαιρετοῦν οἱ πόθοι καί οἱ παλμοί τῆς καρδιᾶς μας. Ἡ γαλανόλευκη, δοξασμένη καί περήφανη ὅσο ποτέ, κυματίζει ἐλεύθερη βαθειά μέσ᾿ τά στήθη μας καί οἱ κυματισμοί τῶν πτυχῶν της ριπίζουν τίς σκέψεις καί γιγαντώνουν τήν ψυχή. Τί κι᾿ ἄν δέν ἀκούσαμε σήμερα τίς μουσικές τοῦ Δήμου καί τοῦ Στρατοῦ νά παίζουν στούς δρόμους τῆς Πάτρας τά γνωστά θούρια; Στ᾿ αὐτιά μας φτάνει καί μᾶς χαϊδεύει τήν ἀκοή ἡ γλυκειά μελωδία τοῦ ὕμνου τῆς λευτεριᾶς, πού τή φέρνουν ὥς ἐμᾶς ἡ θωπευτική αὔρα κι᾿ ὁ ἐλεύθερος ἀέρας τῶν ἀπάτητων ἀπ᾿ τούς κατακτητές βουνῶν μας. Καί εἶναι ἡ μουσική του τόσο οὐράνια καί θεία, ὅσο γιγάντιος μέσ᾿ τήν ψυχή μας εἶναι ὁ πόθος τοῦ λυτρωμοῦ.

Οἱ δυό τοπικές ἐφημερίδες, πού μᾶς ἀπόμειναν (Νεολόγος καί Ταχυδρόμος), δέν βγῆκαν ὅπως ἄλλοτε πανηγυρικές, μέ θερμά ἄρθρα γιά τήν ἡμέρα, μέ προγράμματα ἑορτασμοῦ καί εἰκόνες ἀπ᾿ τόν ἀγῶνα τοῦ 1821. Ἕνα διάγγελμα μόνο, ἑνός πουλημένου πρωθυπουργοῦ, γραμμένο θερμό ἀλλά ἐξυπηρετικό κάποιας τῶν ξένων σκοπιμότητος καί πλάϊ ἀπ᾿ αὐτό μιά καλοτονισμένη εἴδησι πού μᾶς πληροφορεῖ ὅτι κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως (!) δέν θά γίνῃ σήμερα κανένας ἑορτασμός τῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου μας, αὐτός ἦταν ὁ Πατρινός Τύπος τῆς ἡμέρας. Ξεχώρισε μόνον ἕνα συμβολικό χρονογράφημα στό «Νεολόγο» γραμμένο ἀπό τό «Τζ.» (Μίμη Γιαννόπουλο). Μά ἐκεῖνο πού δέν μᾶς ἔδωκαν οἱ ἐφημερίδες – γιατί δέν μποροῦσαν ἄλλωστε – μᾶς τὄδωκαν οἱ μυστικές ὀργανώσεις τοῦ Ε.Α.Μ. καί τῶν Τ.Ε.Δ. μέ τίς προκηρύξεις πού μοιράστηκαν στά σπίτια, στίς ἐκκλησίες, ἐκεῖνες πού ρίχτηκαν σκόρπιες στούς δρόμους, κι᾿ ἄλλες πού τοιχοκολλήθηκαν ὅλη τή νύχτα παρ᾿ ὅλη τή φρούρησι τῶν Ἰταλῶν, οἱ ὁποῖοι μέ τό πρῶτο χάραγμα τῆς αὐγῆς βρῆκαν δουλειά ξύνοντας τίς προκηρύξεις ἀπ᾿ τούς τοίχους καί τίς κολόνες τοῦ ἠλεκτρικοῦ.
Οἱ ἐξῶστες τῶν σπιτιῶν δέν σημαιοστολίστηκαν ὅπως πρίν καί μόνον στή Νομαρχία, τή Δημαρχία, τήν Δ/νσι Ἀστυνομίας καί στό δικαστικό μέγαρο ἐπετράπη καί ὑψώθηκε ἑλληνική σημαία, μά ὄχι λίγες οἰκογένειες ὅμως, πρωΐ-πρωΐ ἅπλωσαν εὐλαβικά τό ἱερό μας σύμβολο στό ἐσωτερικό τῶν σπιτιῶν τους καί προσευχήθηκαν γρήγορα νά τό ξαναδοῦν νά κυματίζει πάλι περήφανα στόν Παρθενῶνα.
Τό ἄγαλμα τοῦ σεπτοῦ ἱεράρχη, στά Ψηλαλώνια, δέν τό βρῆκαν οἱ πρῶτες ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τῆς σημερινῆς ἡμέρας, μέ πλημμυρισμένο τό βάθρο του ἀπό στεφάνια δάφνης καί νά τό παραστέκουν δεξιά κι᾿ ἀριστερά λάβαρα καί θυρεοί μέ τά ἐθνικά χρώματα. Ἕνα μικρό, λουλούδινο στεφάνι πού τοῦ ρίχτηκε τή νύχτα ἀπό μερικά θαρραλέα χέρια, κομματιασμένο καί καταμαδημένο κείτεται τώρα σέ 2-3 μέτρα ἀπόστασι καί μαρτυράει τό νυχτερινό εὐλαβικό κι᾿ ἐπικίνδυνο μαζί ἐγχείρημα. Κι᾿ ἀντί γιά λάβαρα παραστέκουν τόν Π. Πατρῶν Γερμανό μερικοί Ἰταλοί τουφεκιοφόροι μέ κράνη. Βηματίζουν συνεχῶς γύρω ἀπ᾿ τό ἄγαλμα μ᾿ ἀνήσυχη τήν ψυχή καί τό βλέμμα. Εἶναι ἡ προσωποποίησις τῆς ἔνοπλης βίας τῶν κατακτητῶν, πού τόν ἔταξε ἐκεῖ ὁ φόβος κάποιας προσμενομένης ἀνδρικῆς ἐκδηλώσεως πού θέλει νά τήν προλάβῃ μόνο καί μόνο γιά νά μή τοῦ θυμίσῃ στή φοβισμένη ψυχή του πώς προσωρινά βρίσκεται δῶ καί πώς ὁ Ἕλληνας δέν λησμονεῖ.
Προετοιμασίες παρατάξεων, σάλπιγγες, τύμπανα, ἡ πλημμύρα τῶν δρόμων ἀπό τό μαθητόκοσμο πού συγκεντρώνεται ἔξω ἀπ᾿ τά στολισμένα κτήρια τῶν σχολείων, τίποτ᾿ ἀπ᾿ αὐτά δέν ἀντικρύζει κανείς σήμερα. Λείπει ἡ ἔκτακτη ἐκείνη κίνησι ποὔδινε τόν ξέχωρο χαρμόσυνο τόνο τῆς ἡμέρας. Τή θέσι ὅμως αὐτῆς πού λείπει, ἔχει πάρει τώρα μιά ἄλλη κίνησι: Γέροντες, ἄντρες μεστωμένοι, καί νέοι, ντυμένοι ὅλοι μέ τά γιορτινά τους ξεκίνησαν ἀπ᾿ ὅλα τά σημεῖα τῆς πόλεως καί ξεχύθησαν στούς δρόμους μ᾿ ἕνα βλέμμα πού σπινθηροβολεῖ. – «Χρόνια πολλά καί καλή λευτεριά» εἶναι ὁ χαιρετισμός κι᾿ ἡ εὐχή ὅλων πού συναντιῶνται στό δρόμο, ἐνῷ τά μάτια γυρνοῦν ἐρευνητικά ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ, μήπως τό αὐτί τοῦ ἐχθροῦ ἤ καμμιανοῦ «προδότη» τούς παρακολουθεῖ. Καί ὅλοι σχεδόν τραβᾶνε πρός τήν Εὐαγγελίστρια ἤ πρός τά Ψηλαλώνια. Σ᾿ αὐτά τά δυό μέρη προσμένουν πώς «κάτι θά γίνῃ» κι᾿ ὅλοι – ἐκτός ἀπ᾿ τούς δειλούς πού κλείστηκαν σπίτια τους – τό νοιώθουν σάν ψυχική ἀνάγκη νά λάβουν μέρος σέ κάποια σεμνή κι᾿ εὐλαβική ἐκδήλωσι, χωρίς νά θίξουν ἤ νά προκαλέσουν κανέναν.
Ἡ Μητρόπολις, πού πανηγυρίζει τήν ἡμέρα αὐτή τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, εἶναι γεμάτη ἀσφυκτικά ἀπό κόσμο. Στό ἐσωτερικό της, τό ἀδιαχώρητο ἔχει παραβιασθῆ ἀπό πολύ νωρίς. Καί μεγάλες ὁμάδες πολιτῶν ἐξακολουθοῦν νά καταφθάνουν. Τά προπύλαια, οἱ σκάλες τῆς ἐκκλησίας καί ὁ χῶρος τῆς ὁδοῦ Μαιζῶνος ἀπό τήν ὁδόν Ἑρμοῦ μέχρι τήν Ἁγ. Νικολάου ἔχουν πλημμυρίσει κι᾿ αὐτά ἀπό τό πλῆθος, πού προσμένοντας ἐκεῖ δίνει τήν εἰκόνα τῆς κοσμοσυρροῆς τῶν παλιῶν χρόνων μέ τίς τελετές. Ἀλλά τώρα περιμένει νά παραστῇ σέ κάποια τελετή ἤ μᾶλλον νά λάβῃ μέρος στήν ἐξωτερική ἐκδήλωσι μιᾶς ἀσυνήθιστης τελετῆς πού ἀπό χθές ἔχει ἀρχίσῃ μέσα στά τρίσβαθα τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἐκείνης ὅμως πού κατώρθωσε νά μείνῃ ἀμόλυντη ἀπ᾿ τόν κατακτητή. (Ἀπαραίτητη ἡ διάκρισις αὐτή). Μέσα κι᾿ ἔξω ἡ ἐκκλησία εἶναι γεμάτη ἀπό Ἰταλούς καμουφλαρισμένους μέ πολιτικά, κι᾿ ἀπό σπιούνους καμουφλαρισμένους μέ τή μάσκα τοῦ Ἕλληνος πατριώτου, ἐνῷ ἰσχυρή ἀστυνομική δύναμι ἐπιβλέπει γιά τή διατήρησι τῆς τάξεως. Ὅλοι ὅμως ἀδιαφοροῦν γι᾿ αὐτό.
Ἡ θεία λειτουργία συνεχίζεται κατανυκτικά μέσα στήν ἐκκλησία. Ἱερουργεῖ ὁ Σεβάσμιος γέροντας Ἱεράρχης Πατρῶν Ἀντώνιος καί ψέλνει ἡ Τετράφωνος. Στό τέλος τῆς λειτουργίας ἀπ᾿ τή δεξιά πλευρά τοῦ ναοῦ, πρός τό ἱερό, μιά φωνή γεμάτη ζωντάνια διακόπτει τή σιγή πού πρό ὀλίγου εἶχε ἀποκατασταθῆ, μετά τό τέλος τοῦ: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων κλπ.»
– «Ζήτω ἡ Ἑλλάς! – Ζήτω ἡ Νίκη!…» Δονοῦνται οἱ ψυχές ἀπό ἐνθουσιασμό καί συγκίνησι μαζί καί ἄθελά τους τά χείλη ὅλων ἐπαναλαμβάνουν τή ζητωκραυγή. Κανείς δέν κινεῖται νά φύγῃ καί τά βλέμματα ὅλων στρέφονται ἀπότομα πρός τή δεξιά καί ἐμπρός πτέρυγα τῆς ἐκκλησιᾶς ἀπ᾿ ὅπου ἀκούστηκαν οἱ πρῶτες φωνές. Σεβασμός καί τιμή. Τή θέσι αὐτή ἔχουν καταλάβει οἱ ἀνάπηροι, οἱ ἥρωες καί μάρτυρες μαζί τοῦ τελευταίου Ἑλληνικοῦ ἔπους, πού μέ τά κομμένα πόδια τους σύρθηκαν μέ καροτσάκια καί μέ τίς πατερίτσες τους μέχρις ἐδῶ γιά νά γιορτάσουν τήν ἐθνική ἡμέρα, δείχνοντας σ᾿ ὅλους περήφανα τή δόξα τῆς μαρτυρικῆς θυσίας τους, κι᾿ ἀδιαφορώντας γιά τό νικημένο ἀπ᾿ αὐτούς κατακτητή!… Καί ἐνῷ τά βλέμματα εἶναι στραμμένα μέ σεβασμό πρός αὐτούς, ἡ γλυκειά μελωδία τοῦ ὕμνου τῆς λευτεριᾶς ἀρχίζει. Οἱ καρδιές πλημμυρίζουν ἀπό μιά ἱερή καί ἀπερίγραπη συγκίνησι, ἡ ψυχή καί ἡ σκέψι φτερουγίζουν σέ κόσμους ποθητούς καί τά χείλη ὅλων, σάν ἑνός ἀνθρώπου, ψάλλουν τό: «Σέ γνωρίζω ἀπό τήν ὄψη τοῦ σπαθιοῦ…». Κανένας δισταγμός, καμμιά κίνησι δέν βεβηλωνει τίς ἱερές στιγμές. Μόνον μερικά θερμά δάκρυα αὐλακώνουν τά πρόσωπα τῶν περισσοτέρων καί μεταμορφώνουν τό «εἶναι» τους σέ ἰδέα.
Τέλειωσε ὁ ὕμνος, κι᾿ ἀρχίζει ἡ ἔξοδος ἀπ᾿ τό ναό. Σιγά-σιγά βγαίνουν ὅλοι. Πολλοί βγαίνουν ζητωκραυγάζοντας. Κανείς ὅμως δέν ἀπομακρύνεται ἀκόμη ἀπ᾿ ἔξω. Περιμένουν κάτι ἀκόμη, κι᾿ άδιαφοροῦν γιά ὅ,τι μπορεῖ νά ἐπακολουθήσῃ ὡς συνέπεια.
Σέ μιά στιγμή ἄκρα σιγή ἁπλώνεται στό δρόμο. Πολλοί παραμερίζουν πρός τά πεζοδρόμια καί συνωθοῦνται γιά νά τό πετύχουν. Ἐμφανίζονται τώρα, βγαίνοντας τελευταῖοι ἀπ᾿ τήν πόρτα τῆς ἐκκλησίας οἱ ἀνάπηροι καί οἱ τραυματίαι καί ἀκολουθοῦν ἤ σέρνουν τά καροτσάκια τῶν ἀκρωτηριασμένων μερικές μαυροφόρες. Οἱ τελευταῖες εἶναι τά θύματα τοῦ πολέμου, πού ἀφοῦ ἔδωκαν τούς προστᾶτες τους θυσία στό βωμό τῆς πατρίδος, ἐκθέτουν τώρα θαρραλέα καί τή δική τους ζωή στόν κίνδυνο γιά τήν ἰδέα πού ποτίστηκε μέ τό αἷμα τῶν πατέρων καί τῶν ἀδελφῶν τους. Σ᾿ αὐτούς στρέφεται τιμητικά ἡ προσοχή. Τώρα ἀποκαλύπτεται ἡ προηγούμενη ἀσυναίσθητη ἀναμονή: Αὐτούς ἴσως περίμενε ἡ ψυχή.
Καί τώρα πιά σχηματίζεται θαρραλέα, κάτω ἀπ῾ τά μάτια τῶν Ἰταλῶν, μιά ἀσυνήθιστη ἐντελῶς καί ἀπερίγραπτα συγκινητική πομπή: Προηγεῖται ἕνας νέος 25-30 χρονῶν μέ κομμένα καί τά δυό πόδια ἀπ῾ τό γόνα, πού τόν σέρνει μέ τό καροτσάκι του μιά μαυροφορεμένη κοπέλα ὥς 18 χρονῶν. Ἔρχονται κατόπιν σέ μιά τετράδα, τέσσαρα λεβεντόκορμα παιδιά, μέ κομμένα ἐπίσης καί τά δυό πόδια, πού περπατοῦν μέ ξυλοπόδαρα καί μπαστούνια, ἀκολουθοῦν οἱ ἄλλοι τραυματίες καί ἀνάπηροι μέ τίς πατερίτσες, τά μπαστούνια καί τά κομμένα χέρια τους, ἔχοντας πλάϊ τους τά θύματα τοῦ πολέμου. Ὅλοι παραμερίζουν νά περάσουν οἱ ἥρωες τοῦ 1940-41. Τούς ἀναγνωρίζουν τό προβάδισμα καί ἀκολουθοῦν αὐτοί, ἐνῷ μερικές φωνές διασταυροῦνται ἀπό παντοῦ: «Στήν πλατεία, στήν πλατεία». Τή συνεχῶς διογκουμένη αὐτή πομπή, ἀκολουθοῦν ἄθελά τους ἀφρίζοντας ἀπό μανία καί μερικοί Ἰταλοί μέ πολιτικά, ἐνῷ οἱ Ἕλληνες ἄλλοι ἀκολουθοῦν καί ἄλλοι σπεύδουν ἀπό διάφορους δρόμους νά φθάσουν πρῶτοι στά Ψηλαλώνια. Οἱ προσβάσεις ὅμως τῶν δρόμων πού φέρνουν στήν πλατεία εἶναι κλεισμένες ἀπό ζῶνες ἀστυνομικῶν πού ἀπαγορεύουν τήν εἴσοδο αὐστηρά.
Ὅταν ὅμως οἱ ἀνάπηροι, ἀτάραχοι καί μέ τήν ἴδια τάξι ὅπως ξεκίνησαν, στρίβουν τόν ἀνηφορικό δρόμο, τήν ὁδόν Ἀθανασίου Διάκου πού φέρνει ἀμέσως στά Ψηλαλώνια, προχωροῦν θαρραλέα καί ἀποφασιστικά.
Οἱ ἀστυνομικοί ἐπιχειροῦν νά τούς ἐμποδίσουν, ἀλλά ἀνάπηροι, τραυματίες καί πολῖτες σπᾶνε σέ διάφορα σημεῖα τίς ζῶνες τῶν ἀστυνομικῶν καί τρέχοντας ἀπάνω στήν πλατεία γιά ἕνα εὐλαβικό προσκύνημα τοῦ Ἐθνεγέρτη Ἱεράρχη, γονατίζουν μπρός στό βάθρο τοῦ ἀγάλματος ψάλλοντας τό: «…χαῖρε, ὦ χαῖρε λευτεριά…».
Μόλις ἔχει τελειώσει ἡ πρώτη στροφή τοῦ ὕμνου. Στήν ἱερώτερη στιγμή τοῦ «Χαῖρε, ὦ χαῖρε λευτεριά» καταφθάνουν οἱ βέβηλοι καί μανιασμένοι πού δέν πρόλαβαν τήν ἐκδήλωσι πού φοβοῦνταν, πετᾶνε τή μάσκα τοῦ πολιτισμοῦ καί ἀποκαλύπτεται ἡ πργματικότης. Ὁ ὑποκόπανος τῶν τουφεκιῶν τους ἀρχίζει ἀλύπητα κι᾿ ἀδιάκριτα τή δρᾶσι του χτυπώντας ἀναπήρους ὅπου τύχει. Στίς σκηνές αὐτές τραυματίζονται οἱ ἀνάπηροι Ἀθανάσιος Ἠλιόπουλος, Χαράλαμπος Ἀρβανιτάκης, Κώστας Μανέτας καί Φ. Ριζικάρης, ἐκτός ἀπό τούς ἄλλους πού ξυλοδάρθηκαν.
Ἔτσι ὕστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτό σέ διάστημα 2-3 λεπτῶν τῆς ὥρας ἡ πλατεία ἄδειασε καί πάλι, ἐνῷ σέ λίγο δημιουργώντας μόνοι τους κινδύνους φανταστικούς ἐκεῖ πού δέν ὑπῆρχαν, ἀφοῦ τό προσκύνημα τοῦ Γερμανοῦ ἔγινε, κουβάλησαν δυό στρατιωτικά καμιόνια μέ ἐνισχύσεις τῆς Ἰταλικῆς φρουρᾶς καί ἡ φρούρησι τῆς πλατείας διατηρήθηκε ὅλη τήν ἡμέρα καί τή νύχτα ἀκόμη, ἀπαγορεύονταν δέ καί νά πλησιάσῃ κανείς στίς εἰσόδους κἄν τῆς περιμετρικῆς της.
(*) Απόσπασμα από το βιβλίο «Ημερολόγιο Κατοχής 1941-1944» του Δημητρίου Λάγαρη, το οποίο επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Αβραμίδης και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «ΓΝΩΜΗ»



